ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Καλωσορίσατε στο ιστολόγιο μου. Εδώ θα βρείτε σκέψεις μου και φωτογραφίες μου. Τίς δυο αγαπημένες μου ασχολίες.

Ενημερώνω πως οτιδήποτε είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο μου, φωτογραφία μου ή κείμενο μου, έχει κατωχυρωθεί για πνευματικά δικαιώματα και επομένως ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να χρησιμοποιηθεί χωρίς την έγγραφη άδεια μου. Ευχαριστώ.
To your information: Anything uploaded in this blog has been through copyright procedure, thus any attempt of copying part or a whole is due to prosecution.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΡΘΡΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 13 Σεπτεμβρίου 2014

ΠΑΡΕ… ΠΑΡΕ… ΠΑΡΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕΕ!!!





 

     Πέρσι την Άνοιξη πήγαμε εκδρομή στην Κωνσταντινούπολη. Παρέα μεσήλικων με την καρδιά κάποιοι στα πάτρια εδάφη και τις πάλαι ποτέ χαμένες πατρίδες και άλλοι με το μάτι στραμμένο στην Ιστορία και την προαιώνια «διαφορά» με τους Τούρκους. Όλοι όμως –ή σχεδόν όλοι- με τη σκέψη πως μετά από τις επισκέψεις στα Βυζαντινά μνημεία του Ελληνισμού και τη βραδιά στα «χανουμάκια» -άλλο μαστ κι αυτό, ποιος θα βάλει πιο βαθειά τα λεφτά μες το στηθόδεσμο της ζουμερής πλην μεστωμένης Τουρκάλας- το μυαλό όλων στα ψώνια. Τι τουρίστας που είναι ο Έλληνας! Πάει εκδρομές για να ψωνίσει και να δείξει τι υλικά αγαθά απόκτησε σ’ εκείνη τη χώρα του εξωτερικού που πήγε. 
     Ψώνια στην Πόλη για το μέσο Έλληνα τουρίστα, σημαίνει Καπαλί Τσαρσί και φυσικά δερμάτινα. Πήγαμε την τελευταία μέρα κατά το έθιμο κι εμείς, και μια που ο ξεναγός μας είχε πει πως αν δεν κάνεις παζάρια οι πωλητές προσβάλλονται, ανέλαβε ο αετονύχης της παρέας να κάνει το παζάρι για λογαριασμό των ενδεχόμενων αγοραστών. Μπήκαμε σ’ ένα μαγαζί μετά από μια δαιδαλώδη πορεία, όπου είχαμε ακολουθήσει έναν νεαρό κράχτη που διαλαλούσε την πραμάτεια του μαγαζιού του στην είσοδο της τεράστιας αγοράς και αφού παζάρεψε και ξανά παζάρεψε ο φίλος μας, μας πρότεινε να πάμε και στον απέναντι να ρίξουμε μια ματιά. «Έτσι για να ξαναγυρίσουμε και να τον κάνουμε να κατεβάσει κι άλλο την τιμή», μας είπε μ’ ένα σαρδόνιο χαμόγελο στην άκρη απ’ το μουστάκι του. Και όντως πήγαμε και όντως ψωνίσαμε από κει τα δερματινάκια μας και υπερήφανοι για τις υπέροχες τιμές που μας πέτυχε ο παζαρτζής φίλος, βγήκαμε από το Λαβύρινθο του Καπαλί Τσαρσί και καθήσαμε σε μια καφετέρια ακριβώς απ’ έξω για να γιορτάσουμε τη έξυπνη αγορά μας πίνοντας ένα τούρκικο καφέ. Εκεί μας πέτυχε ο νεαρός κράχτης κι αφού έριξε μια ματιά στις σακούλες που κοίτονταν στο πάτωμα της καφετέριας γύρισε στον αετονύχη παζαρτζή φίλο της παρέας μας και του είπε μ’ ένα στραβό χαμόγελο: «Εσύ πολύ μεγάλο μακαντάσ’ είσαι!» Εκείνος χαμογέλασε φιλάρεσκα κι εμείς μόνο που δεν τον χειροκροτήσαμε για τις ικανότητες του στο «παζαρεύειν» και φτηνά «ψωνίζειν». 

Μερικούς μήνες αργότερα η σκηνή της Καπαλιτσαρσίτικης αγοραπωλησίας μου ήρθε στο νου κατά τη διάρκεια των εγγραφών του Σεπτεμβρίου. Κι αυτή τη φορά δεν ήταν το δερματινάκι που λες: «Ε και; Πόσο θα το φορέσω; Ας είναι και παλιοποιότητα». Ήταν η συνδιαλλαγή με μανούλα πελάτισσα μας, που είχε πάρει σβάρνα τα Κέντρα Ξένων Γλωσσών της περιοχής μας και ως εκπρόσωπος της υπόλοιπης παρέας, κατά τα λεγόμενα της, προσπαθούσε να πετύχει μια καλύτερη τιμή. Οι διάλογοι που διαμείφθηκαν μεταξύ εκείνης και της γράφουσας ήταν απείρου κάλλους. 
-Εμείς σι σας θέλουμι να έρθουμι γιατί και πουλλή καλή δουλειά κάνιτι και τα πιδιά μου πολύ την αγαπάνε τη δασκάλα τους. (χαμόγελο γεμάτο γλύκα) Όμως ξέριτι τώρα με την κρίση… (το κεφάλι κάτω και τα μάτια έτοιμα να βουρκώσουν). 
-Ξέρω και γι’ αυτό μια που έχετε δυο παιδιά θα σας κάνουμε μια καλύτερη τιμή. 
-Δεν είμι μόνη μου… (μικρή παύση) προυχθές συζητούσα κι μι κάποιις άλλις μαμάδις κι έλιγαν κι ικείνις τα ίδια… (σκόπιμη διακοπή). 
-Τι λέγατε δηλαδή; 
-Να… Πως δε  γίνιτι  να πληρώνουμι τόσα πολλά… οι κιροί είναι δύσκουλοι (δυο Δημόσιοι μισθοί στο συγκεκριμένο σπίτι) και απ’ ότι είπαν μάλλον θα δούνι  να πάνι κάπου αλλού… ιμείς, τα δικά μου πιδιά, θέλουν να έρθουμι ιδώ… (σπέρνει τους πρώτους πανικόσπορους…) 
-Συμφωνήσατε δηλαδή με τις φίλες να πάτε κάπου αλλού; 
-Έ όχι ακριβώς, αλλά να… ξέριτι… ιγώ ήρθα και σας λέου τι συμβαίνει ιπειδή σας συμπαθώ και σαν άνθρουπου. Ικείνις μάλλον θα κάνουν τους λαγούς και θα σας φύγουν χουρίς να σας του πουν… (κι άλλος πανικόσπορος…)
-Βρήκατε κάπου πιο φτηνά;
-Ναι, ναι… η… (αναφέρει ένα όνομα συναδέλφου) μάλλον ξέριτι πόσου κατέβασι φέτους τις τιμές της…. Η κρίση βλέπιτι… 
-Λυπάμαι πολύ, αλλά αξιολογούμε τη δουλειά μας μ’ αυτό το ποσόν και δεν σκοπεύουμε να την εξευτελίσουμε… 
-Καλά, ιμείς σι σάς θα έρθουμι, οπότι απλά είπα να σας πω τι συμβαίνει…. 
-Να κάνουμε δηλαδή την εγγραφή; 
-Ε, ας πάω πρώτα στου σπίτι να μιλήσω και μι τουν  σύζυγου… (Μη ξεχάσεις να του πεις να βγάλει την ποδιά και το τσεμπέρι πρώτα!)
-Ωραία! Ωστόσο ας δώσουμε στα παιδιά σας τις τσαντούλες τους και τις κασετινούλες τους. (Την κάνω γυριστή εγώ… στο κάτω-κάτω τι θα χάσουμε; Μια τσάντα και μια κασετίνα επί δύο;)



Συμπέρασμα: Εμείς χάσαμε δυο τσάντες και δυο κασετίνες… κερδίσαμε τις υπόλοιπες μαμάδες μαζί με τα παιδιά τους, χάσαμε τη μαμά την παζαρτζού μια που μπέρδεψε τη λαϊκή με τη σχολή και επιχείρησε να τα κάνει όλα Καπαλί Τσαρσί, κερδίσαμε τη συνεργασία με τη συνάδελφο που είμαστε μαζί στον ίδιο χώρο εδώ και 35 χρόνια, χάσαμε τη συνεργασία με την καινούρια συνάδελφο που δεν ήθελε να κρατήσουμε σταθερές τις τιμές –έτσι κι αλλιώς δεν πιστέψαμε ποτέ πως θα συνεργαζόταν μαζί μας, κερδίσαμε την αξιοπρέπεια και το καλό όνομα του σχολείου μας για άλλη μια φορά, «χάσαμε» την οποιαδήποτε σχέση ΔΕΝ είχαμε ποτέ με τη «συνάδελφο» που εξευτέλισε τις τιμές, και όλοι μαζί αντί να μοιραστούμε μια πίτα, μοιραστήκαμε μια μερίδα μπουγάτσα.
 
Τελικά τι λέτε εσείς; Κερδίσαμε ή χάσαμε; 
(Και μη μου πείτε πάλι η κρίση…. Η γυφτιά να μου πείτε…)

Α ναι!!! Και τα παιδάκια της κυρίας ήρθαν ΜΕΤΑ που γράφτηκαν αλλού να μας επιστρέψουν τις τσαντούλες και τις κασετινούλες. Φυσικά και τους τις χαρίσαμε για να βάζουν μέσα τα παιχνιδάκια τους…

Σάββατο 22 Οκτωβρίου 2011

Με τους παλαιστές ή με τους φυγόπονους;



«Όταν πρωτοάνοιξα  Φροντιστήριο, υπήρξαν συνάδελφοι που έλεγαν, «σ’ αυτόν θα στείλετε τα παιδιά σας, τον παλαιστή;»  Βλέπετε  έκανα πάλη εκείνον τον καιρό και  ίσως θεωρούσαν πως αυτό ήταν μειωτικό για έναν εκπαιδευτικό» 
Ακούγοντας αυτά τα λόγια από τον Πρόεδρο της Ομοσπονδίας  μας, το μυαλό μου έτρεξε πίσω σε όλα αυτά τα 33 χρόνια που πέρασαν από τη μέρα που ξεκίνησα να δουλεύω. Θυμήθηκα κι εγώ, όπως κι εκείνος, όλες αυτές τις φορές που ηθελημένα ή αθέλητα  άνθρωποι του κοινωνικού μας περίγυρου μας  θίγουν, μας πληγώνουν, μας στενοχωρούν. Μα πάνω  απ όλα θυμήθηκα  πόσο  δυνατότεροι  γινόμαστε  περνώντας  μέσα  από  τέτοιες κριτικές  και  κακόβουλες  ή  αφελείς  κουβέντες. 
Μετά από τόσα χρόνια  στην καμπούρα μου, Πρόεδρε, νοιώθω όχι απλά παλαιστής, αλλά αρσιβαρίστας ολκής!   Έμαθα να υπομένω  και να αντιμετωπίζω  το οτιδήποτε. Κι είμαι σίγουρη πως δεν είμαι η μόνη. Είμαι σίγουρη πως όλοι και όλες εμείς που έχουμε επιλέξει να υπηρετούμε αυτόν τον κλάδο έχουμε σηκώσει ατελείωτα βάρη  στην ψυχή μας και στο μυαλό μας, κι έχουν εξοστρακιστεί  επάνω μας  ατελείωτα κακόβουλα βέλη «συναδέλφων»  και  παρατρεχάμενων  τους.  Και μας δυνάμωσαν και μας  οχύρωσαν και μας έκαναν καλό τελικά…
Από την άλλη έχω διαπιστώσει πως στα χρόνια που ασχοληθήκαμε με την Παιδεία –δεν θα κάνω σε καμιά  Υπουργό και σε κανένα νέο σύστημα τη χάρη να με ονομάσει απλά εκπαίδευση-   τόσα χρόνια που ασχοληθήκαμε με την Παιδεία, εισπράξαμε πολύ αγάπη και πολλές όμορφες στιγμές από τα παιδιά μας, τους μαθητές μας.  Αυτές οι μικρές και μεγάλες χαρές  που πήραμε από όλα αυτά τα παιδιά που πέρασαν από τα χέρια μας, θεωρώ πως είναι η καλύτερη αμοιβή μας.  Θεωρώ πως  όλα αυτά τα ματάκια που μας κοίταξαν με αγάπη και  σεβασμό, όλα αυτά τα μυαλουδάκια που μας δόθηκε η ευκαιρία να καλλιεργήσουμε, όλες αυτές οι γλυκές φωνούλες  που μας φώναξαν «κύριε» ή «κυρία», είναι η μεγάλη επένδυση ζωής που έχουμε κάνει  και που με πολλή τρυφερότητα θα μας συντροφεύει στα γεράματα μας.
Το πιο σημαντικό απ’ όλα είναι πως αυτές οι χαρές δεν ήρθαν από μόνες τους . Αυτά τα χαμόγελα δεν μας χαρίστηκαν, αυτές οι επιτυχίες στις εξετάσεις  δεν μας δόθηκαν χωρίς να κοπιάσουμε.  Ακόμα πιο πολύ, θεωρώ πως το στοιχείο που μας έκανε να έχουμε μια πολύχρονη και επιτυχημένη καριέρα ήταν πως  ξέραμε να παλεύουμε…. Είμασταν καλοί και στο Κατς και στην Ελληνορωμαϊκή και στην Ελεύθερη... Οι αντιξοότητες και το «κυνηγητό» μας  βελτίωσαν και μας έκαναν πρωταθλητές. Όπως ένας πιτσιρίκος  που θέλει να κάνει άρση βαρών ξεκινάει προπονήσεις και σιγά- σιγά   αρχίζει και σηκώνει πρώτα πενήντα, μετά εκατό και μετά διακόσια και κιλά, έτσι κι εμείς,  ξεκινήσαμε με στενοχώρια στα δύσκολα, συνεχίσαμε με  χαμόγελα στα ζόρια και καταλήξαμε με «αυτό το ξέρω και ξέρω και πότε θα μου έρθει, άρα ξέρω και πώς  να το αντιμετωπίσω».
Φυσικά οι δυσκολίες δεν θα λείψουν ποτέ και από κανένα. Φυσικά και πάντα πρέπει να είμαστε σε εγρήγορση για να μπορούμε να αντιμετωπίσουμε το καινούριο βέλος , τον καινούριο αντίπαλο. Και φυσικά δεν θα πρέπει να μας πτοήσει τίποτα, αλλά πάντα θα πρέπει να προσπαθούμε να βγάλουμε κέρδος αντοχής και πνεύματος ακόμα κι από την ενδεχόμενη ζημιά.  Και βεβαίως ποτέ μα ποτέ δεν πρέπει να ξεχνάμε πως ο καλός  παλαιστής και με την τελευταία λαβή μπορεί να νικήσει τον αντίπαλο.  Όμως επίσης θα πρέπει να μην ξεχνάμε πως  δεν είναι  προς όφελος μας να πετάμε τον κάθε αντίπαλο στο καναβάτσο. Η ευγενής άμιλλα δεν το επιτρέπει αυτό κι εμείς ως εκπαιδευτικοί πρώτιστα και ως επαγγελματίες μετέπειτα,  δεν  δικαιούμαστε να ασκούμε επιθετικά μέτρα για να αντιμετωπίζουμε τους απέναντι μας, ακόμα κι αν αυτοί μας  επιτίθενται. 
Μην ξεχνάμε πως η κάθε κίνηση μας, η κάθε παραμικρή μας  ενέργεια κρίνονται  με  γνώμονα το γεγονός πως είμαστε δάσκαλοι, άρα αυστηρότερα από  ένα κοινό και απλό πολίτη και έχουν αντίκτυπο στην επαγγελματική μας ακεραιότητα.  Ο γονιός που μας εμπιστεύεται το παιδί του έχει απαίτηση να είμαστε άρτιοι και γνωστικά  αλλά και ηθικά!  Ξέρει πως δεν θα μάθουμε στο παιδί του  μόνο ξένη γλώσσα,  αλλά  και κανόνες συμπεριφοράς, θα διαπλάσουμε τον χαρακτήρα του μέσα από τα χρόνια των σπουδών του, είτε ηθελημένα είτε αθέλητα. Τα παιδιά είναι σαν τα σφουγγάρια… απορροφούν όλα όσα τους δίνονται, αντιγράφουν την κάθε συμπεριφορά μας , την κάθε κίνηση μας, την κάθε λέξη μας.  Το πιο βαρύ μας φορτίο είναι να σταθούμε αντάξιοι των προσδοκιών τους και να τους δώσουμε τα φώτα της γνώσης σε μια σφαιρική  ολότητα που θα αφορά και τη θεωρητική και την πρακτική  πλευρά της.
Πιθανόν  κάποιοι από σας να διαφωνήσουν, αλλά αν σκεφτούμε  τον εαυτό μας σαν παιδιά, αν φέρουμε πίσω στη μνήμη μας την εμπειρία μας σαν  μαθητές , θα δούμε πως έχουν χαραχτεί  στο μυαλό μας δύο είδη δασκάλων… οι πολύ καλοί που επηρέασαν τη ζωή μας θετικά και οι  άλλοι που μας ήταν αδιάφοροι  και τελικά δεν μας έμαθαν τίποτα.  Και οι μεν πρώτοι πάλευαν για να μας  μεταδώσουν τη γνώση τους, οι δε δεύτεροι  -όσο κακό και να ακούγεται αυτό- περίμεναν  πότε να χτυπήσει το κουδούνι για να βγουν από την τάξη, περίμεναν πότε να τελειώσει ο μήνας για να πληρωθούν.
Εμείς,  συνάδελφοι, με ποιους θέλετε να είμαστε;  Με τους παλαιστές ή με  τους φυγόπονους; 

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Love is a click...

{Part of my novel under the title "Love is a click" that was written in 2000}

“You are my last thought at night and the first one in the morning,” she recalled his words which were also hers the moment she woke up the next morning. She made a cup of coffee and she went out in the balcony to drink it. She sat at the table and looked around. Everything was green, the birds were singing, her rambling roses in full bloom were hugging the house. The air was scented and was promising of a wonderful day to come. Warm Greek spring. It 
was always marvelous. She was drunk by the beauty around her and felt so lonely..…
Two days ago, when they had last chatted, he had asked her to do him a favour
 before she went to bed.
-What do you want me to do?
-Go out into the garden and stay there for me for a while.
-Ok, I will listen to the nightingales mating.
-Don’t mention this word.
-Do u mind the word? [she teased him.]
-Since I know u r alone there…
-I won’t be alone…I’ll be with u…
-I will be there too. Hugging u and whispering into your ear words that
 are unspeakable…
-Say them…
-No.
-Say them now…
-Love…
-What? I can’t hear u.
-Love, please go….
-I will. With your presence next to me….
She did. The night was warm and the nightingales were there. Mating. 
He was not there to whisper into her ear. She looked up in the sky. 
The stars were twinkling, smiling at her. “Greece is an exotic place,”
 he had once told her. “It isn’t,” she had answered, “it’s not like Barbados.”
 “Compared to where I live, it is.” He insisted. He had been right. 
Greece was an exotic place. A dream place. However, she was in the 
garden alone. “Where are you?” she asked. There was no answer. “Why
 should I feel the warm night alone? Why should I listen to the birds 
alone? Why should I be illusioned to feel your presence? Who do I owe
 all this torment? What have I done in my life to be punished this way?”
She went upstairs and lay in bed. What was happening to her was schizophrenic. She was lying next to her husband but had convinced herself that she was lying next to him. “If this isn’t an illusion, what is it then?” she thought. “Good night love, far away passion…” was her last thought before she fell asleep that night.
And now it was morning. A spring wonderful morning and she was 
sitting there alone. “Damn it” she thought, “I can’t stand this loneliness.
 Why isn’t he here with me? We would be sitting one opposite the other
 talking, laughing, enjoying the spring morning, getting warm by the 
sun and the pleasure of having each other.” She looked at her watch. 
It was nine in the morning. “Your time” as he used to say. It was seven 
for him. He must have woken up by now, getting ready to go to work,
 drive the four miles across town to get there and probably it would 
be raining and it would be dark. The rain would be cold and he would 
be feeling miserable. He would be thinking of her, while listening to 
a song they both loved on the radio. “Hope it will be a sunny day 
there today. No rain. Just to make you feel you are in the same
 country with me. Have a nice day sweet heart. Either rainy or not.
 Be sure my thought is with you and will follow you all day. 
Be well and happy. I’ll be thinking of you.”
She got up and went inside the house. There were a lot to do today.
 She would cook for him, clean the house for him, go for a walk in
 the sun for him, touch the roses in the garden for him, listen to
 the birds singing for him, smell the spring fresh air for him, taste
 a bitter chocolate for him. She would be illusioned by the thought
 that she was expecting him to come back from work in the evening.

ΤΖΙΝΤΖΕΡ


Το να είσαι γάτος είναι μια ιστορία με πολλά πλυν και συν. Εξαρτάται από το αν είσαι γάτος του σαλονιού ή γάτος του κεραμιδιού. Και πάλι υπάρχουν τα συν και τα πλυν άσχετα αν κατοικείς στο σαλόνι ή στο κεραμίδι. Το θέμα είναι πως το παίρνεις ο ίδιος, όντας γάτος ή και γάτα ακόμα...
Γιατί και ο κάθε γάτος όπως και ο κάθε άνθρωπος έχει τα πλυν του και τα συν του, αυτά που "πάει" κι αυτά που δεν "πάει". Ή ακόμα αυτούς που "τον πάνε" κι αυτούς που δεν "τον πάνε".
Τώρα θα μου πείτε, είναι δυνατόν ένας γάτος να εξαρτάται συναισθηματικά από το αν τον συμπαθούν οι άλλοι γάτοι ή όχι; Κι όμως ναι! Όπως ακριβώς και οι άνθρωποι ... Κι όσο και να λέμε πως δεν μας νοιάζει αν μας συμπαθούν οι άλλοι ή όχι, όλοι ξέρουμε πως μας νοιάζει και μας κόφτει, και μάλιστα πολύ. Απλώς δεν το δείχνουμε, όπως δεν το δείχνει και η γάτα μας, η Τζιντζερ, που κάθε φορά που τη βλέπω ανεβασμένη στο τραπέζι, αρχίζω να βγάζω βρυχηθμούς λιονταριού κι εκείνο το καημένο με κοιτάει και κατευθείαν πάει και κρύβεται πίσω από τον καναπέ. Που να καταλάβει μια γάτα πως δεν ανεβαίνουμε στο τραπέζι; Εδώ ο κάθε Αμερικανός Επιχειρηματίας δεν το καταλαβαίνει και μιλάει στο τηλέφωνο έχοντας τις ποδάρες του μαζί με τα παπούτσια ανεβασμένες στο γραφείο... Όμως ποτέ δεν με γρατσούνισε γιατί τις βάζω τις φωνές ή την πετάω από το τραπέζι κάτω, ενώ αν έκανα το ίδιο με τον Αμερικανό Επιχειρηματία σίγουρα θα δημιουργούσα Διπλωματικό επεισόδιο. Αλλά βλέπετε η γάτα μας δεν είναι υπήκοος του Πλανητάρχη, μια σκέτη γατούλα είναι. Του σαλονιού μεν, αλλά γατούλα.
Η Τζίντζερ μας, λοιπόν, είναι μια γάτα του σαλονιού. Με κοκκινόξανθο τρίχωμα, εξ' ου και το όνομα της, με φουλαράκι στο λαιμό και μια τεράστια φουντωτή ουρά, που την κουνάει πέρα δώθε καθώς περπατά καμαρωτή καμαρωτή. Μας ξυπνάει το πρωί, έτσι δεν χρειαζόμαστε ξυπνητήρι, μας τρώει το περίσευμα του φαγητού κι έτσι δεν καταναλώνουμε πολλές σκουπιδοσακούλες , ούτε βρωμάνε τα σκουπίδια μας και το πιο σημαντικό απ' όλα ούτε καν νιαουρίζει... Χαζή είναι να παραπονεθεί; Και φυσικά δεν μιλάει αφού είναι γάτα. Η ιδανική συγκάτοικος δηλαδή. Αφήστε που μας ζεσταίνει όταν ζαρώνει κοντά μας για να κοιμηθεί.
Μια τέτοια συγκάτοικος για μας δεν έχει πλυν, κι αν έχει είναι τόσο μικρά που ούτε φαίνονται... Τώρα αν έχουμε εμείς πλυν απέναντι της, τι να σας πω δεν ξέρω... Αν ήταν ανθρωπος όμως είμαι σίγουρη πως θα είχε και δεν θα έχανε την ευκαιρία και να μας τα δείξει με οποιονδήποτε τρόπο... Γιατί οι άνθρωποι έχουν δει την συμβίωση σαν μέσο για να εκφράζουν τα παραπονά τους και να δημιουργούν καταστάσεις που κάνουν την ζωή των συγκατοίκων τους δύσκολη μέχρι και ανυπόφορη πολλές φορές. Δεν ξέρουν πως να είναι "γάτες" και να συμπεριφέρονται σαν "γάτες"...
Αν τους στριμώξεις, το μόνο που ξέρουν να κάνουν που έχει σχέση με τις γάτες είναι να βγάλουν νύχια και να σε γρατσουνίσουν κι όχι να κοιτάξουν να συζητήσουν μαζί σου και διαλευκάνουν την αιτία που σε έκανε να τους στριμώξεις.
Βλέπετε οι άνθρωποι έχουμε ένα τεράστιο "πλυν". Πιστεύουμε πως ό,τι και να κάνουμε είναι καλά καμωμένο, κι ακόμα κι αν μέσα μας έχουμε τις αμφιβολίες μας ποτέ δεν το παραδεχόμαστε στους άλλους. Κι αν το παραδεχτούμε θα είναι για να ανεβάσουμε το "επίπεδο" μας τάχα, κι από μέσα μας λέμε και ενα "αϊ παράτα μας", έχοντας όμως ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη όταν είναι να βγει κάτι από τον απέναντι και μια έφραση θεριού αν ο απέναντι δεν έχει πια να μας προσφέρει τίποτα κατά την άποψη μας.
Εκείνο που δεν συνειδητοποιούμε εμείς τα σκεπτόμενα όντα είναι πως και οι απέναντι σκεπτόμενοι είναι κι αυτοί σαν και μας, αλλά "γάτες" και δεν μας δείχνουν τι νοιώθουν εκείνη τη στιγμή, απλώς περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία για να "βγάλουν νύχια" και να μας δείξουν μ' αυτόν τον τρόπο την "δύναμη" τους .
Νιαρρρρ... νιαρρρρρρρ... (έχω άδικο;)

ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ


Σαν βγεις στον πηγαιμό για τα Πρωτεία.
να εύχεσαι νάναι βατός ο δρόμος.
Γεμάτος ευκολίες, γεμάτος υποκλίσεις.
Τους λασπολόγους και τους Ρωμαίους στρατιώτες
τον βολεμένο υπάλληλο, μην τους φοβάσαι
αυτούς ποτέ δεν θα τους συναντήσεις
αν δεν τους έχεις δηλώσει υποταγή προηγουμένως
αν το ανάστημα σου τους έχεις δείξει μέχρι τώρα.
Να εύχεσαι νάναι βατός ο δρόμος.
Πολλές οι ευκαιρίες σου να είναι
όπου με γνώση, όρεξη και περισσή χαρά
θα παίρνεις την πρωτιά μες τα μυαλά των άλλων
θα σταματάς στα στέκια τους
και θα ζητάς τη στήριξη τους.
Χαμόγελα, ειλικρινείς υποσχέσεις, κι ό,τι λογής προικιά
χρειάζεσαι, για να ανεβείς να πάρεις τα Πρωτεία.
Όσα μπορείς περισσότερα μάζεψε τέτοια
και αμπάρωσε τα στα καλύτερα κελιά του νου σου.
Πάντα στο νου σου νάχεις τα Πρωτεία.
Η κατάκτηση τους είναι ο σκοπός σου.
Αλλά απ' τον καλό το δρόμο πάντα.
Καλύτερα αργά και σταθερά να φτάσεις.
Πλούσιος απ' αυτά που μάζεψες στο δρόμο.
Μην περιμένεις πλούτη απ' τα Πρωτεία
Τα Πρωτεία σούδωσαν την εμπειρία...
Χωρίς αυτά δεν θα έβγαινες στο δρόμο.
Μην περιμένεις να σου δώσουν από δω και πέρα.
Κι αν φτωχικά τα βρεις, να ξέρεις δεν σε γέλασαν.
Τόσα καλά που μάζεψες στο δρόμο,
τόσα πολλά που έμαθες μέχρι να ανέβεις,
τόσους πολλούς που γνώρισες μέχρι στην κορυφή να φτάσεις.
Τόσες πόρτες που σ' ανοίξαν
καθώς σε υπόσχονταν, σε προίκιζαν με λόγια,
είναι αρκετά για να διαβείς την πόρτα
και να τα κατακτήσεις.
Κι αν την καρέκλα πιάσεις μια φορά
και θρονιαστείς και στρογγυλοκαθήσεις,
τότε καταλαβαίνεις και Πρωτεία τι σημαίνει.
(Συγγνώμη Κώστα μου, αλλά δεν άντεξα στον πειρασμό. Ελπίζω πως με συγχωρείς που κακοποίησα το αριστούργημα σου.)

ΤΑ «ΚΛΙΚ» ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Η αγάπη είναι κλικ; Ε;
Θα μου πείτε τώρα πως έκλεισαν τα σχολεία και τρελάθηκα. Μπα! Αν την έχει κανείς την τρέλα, την έχει από πάντα. Δεν χρειάζεται να κλείσουν τα σχολεία. Κι αν προβληματίζεται κανείς, προβληματίζεται όλο το χρόνο. Απλά όταν κλείνουν τα σχολεία έχει χρόνο να σκεφτεί και να αναλύσει περισσότερο. Και ίσως ίσως, να δει βαθειά μέσα του ή μέσα στους άλλους. Να δει πού βρίσκεται ο ίδιος, ο περίγυρος του, ο κόσμος γύρω του. Και να διαπιστώσει πως αυτή η εκκωφαντική σιωπή που έχει διαδεχτεί το μελίσσι των μαθητικών φωνών που μπαινόβγαιναν στο σχολείο του όλο το χρόνο, είναι τόσο ενοχλητική που του φέρνει πόνο στα αυτιά και μια απέραντη μοναξιά στην ψυχή του…. Τελικά τα αγαπάμε τα μικρά μας βασανάκια… και καμιά φορά και τα μεγάλα. Γι αυτό και νοιώθουμε να μας πονάει η σιωπή στα έρημα σχολεία μας το καλοκαίρι.
Τελικά όμως δεν μου απαντήσατε. Η αγάπη είναι κλικ;
… Ησυχία…
Μα όλοι στις παραλίες είστε; Ή μήπως τρομάξατε από την ερώτηση; Ε, λοιπόν, ναι! Και η αγάπη είναι κλικ , και η διασκέδαση είναι κλικ και όλα στην εποχή μας ένα κλικ είναι. Και έτσι ήταν και παλιά, απλά δεν το είχαμε αντιληφθεί, μέχρι «να μας κάνει κλικ», είτε για να ερωτευτούμε, είτε για να αγαπήσουμε, είτε για να δουλέψουμε , είτε για κάνουμε τον αδιάφορο και να προσπαθήσουμε να πείσουμε ακόμα και τον εαυτό μας πως εμείς είμαστε όντα στα οποία πρυτανεύει η λογική. Τα σημερινά κλικ όμως, ακούγονται δυνατά, μια που οι πιο πολλοί από μας αντικαταστήσαμε όλα τα άλλα είδη επικοινωνίας με τον υπολογιστή μας και ζούμε μέσα σε έναν ωκεανό από κλικ.
Κλικ, κλικ, και κουβέντες με τις ώρες…
Ο ένας στην μια άκρη του κόσμου κι ο άλλος στην άλλη…. Πρόσωπα γνωστά, συγγενικά, φίλοι, άνθρωποι που μας λείπουν, που μας χωρίζει η απόσταση, που μας χωρίζει η ανάγκη της ζωής, η επιβίωση, οι σπουδές, οι επιλογές μας. Κι ακόμα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, που το μηχάνημα τους ένωσε, τους έκανε γνωστούς, έδωσε μια άλλη διάσταση στη ζωή τους. Ξέχασαν πως ζουν μόνοι, ξέχασαν πως δεν έχουν κανένα να τους περιμένει στο σπίτι όταν επιστρέφουν ή ακόμα χειρότερα να έχουν διακοπεί τα κανάλια επικοινωνίας με τους υπόλοιπους του σπιτιού και ο καθένας να ζει πια στον κόσμο του.
Αυτός είναι ο μοντέρνος τρόπος επικοινωνίας. Ο τρόπος που επιβλήθηκε πολλές φορές και ο τρόπος που επιλέχθηκε κάποιες άλλες. Όπως και να έχει, «καλύτερος από το να κάθομαι μόνη μπροστά σ ένα χαζοκούτι και να σκοτώνω την ώρα μου εισπράττοντας τις επιλογές του καναλιού», όπως λέει και η φίλη μου η Έφη όταν τη ρωτούν γιατί μένει τόσες ώρες στον υπολογιστή. Προφανώς της ζητούν επίσης να αντικαταστήσει τον υπολογιστή της με την τηλεόραση. Αμ δε!!!! Ξαφνικά έχει βρει αυτά που ήθελε… γνώση, παρέα, διασκέδαση. Ανανεώθηκε και προπαντός δε νοιώθει πια μόνη.
Έχουμε μπει, λοιπόν, στην κοινωνία του κλικ. Μπορεί και να σκεφτούν μερικοί πως όλα είναι ένα κλικ. Προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν είναι ένα, αλλά πολλά. Το κλικ της μόρφωσης, το κλικ της διασκέδασης , το κλικ της επικοινωνίας και κάποιες φορές ίσως το κλικ του «εξευτελισμού», όταν περνάει κανείς τα όρια της ηθικής του υπόστασης «κλικάροντας καθ’ έξιν». Αλλά ακόμα κι αυτό ποιος μπορεί να το κρίνει; Ποιος έχει δικαίωμα να παρέμβει στις ανάγκες του άλλου και να απαιτήσει ίσως να τις διαφοροποιήσει; Ποιος κρατάει τελικά το μέτρο της ηθικής, ποιανού την άποψη πρέπει να ακολουθήσει κανείς και ποιος μπορεί άραγε να καταδικάσει την κάθε μοναχική ύπαρξη, επειδή βρήκε την άγια της χαρά με ένα κλικ;
Μήπως θα έπρεπε να δει ο σύγχρονος άνθρωπος λίγο πιο σοβαρά αυτά τα ατελείωτα κλικ που μπήκαν στη ζωή του; Μήπως θα έπρεπε να ξαναγυρίσει στις παλιές του συνήθειες; Να βγαίνει, να συναντά τους φίλους του και να συνδιαλέγεται μαζί τους δια ζώσης; Φυσικά αυτό είναι πιο φυσιολογικό βάσει των συνηθειών μας και με τα κατάλοιπα που μας έχουν αφήσει αυτές, αλλά είναι δυνατόν να είναι κανείς πάντα με τους φίλους του; Οι αποστάσεις μας χωρίζουν, οι υποχρεώσεις μας χωρίζουν, η ίδια η ζωή μας χωρίζει….
Αυτό είναι το ιδανικό, αλλά όχι και το ευκολότερο. Πολλές φορές οι επιλογές μας προς συνδιαλλαγή δεν είναι τόσο κοντά μας όσο θα θέλαμε να είναι και άλλες φορές πάλι θα τις θέλαμε για περισσότερο χρόνο απ’ ότι μας επιτρέπει η ζωή μας. Πιστεύω πως η επικοινωνία μέσα από τον υπολογιστή είναι απλά ένας άλλος τρόπος προσέγγισης των συνανθρώπων μας και τίποτα άλλο, που το μόνο του μειονέκτημα -αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοιο- είναι το γεγονός πως με μεγάλη ευκολία μπορείς να έχει ότι θέλεις, όποια ώρα το θέλεις. Όμως αυτό το τελευταίο θα θεωρούνταν μειονέκτημα, αν στη φούρια του κλικ ξεχάσει κανείς τις αρχές του και την κοινωνία που έχει χτίσει γύρω του.
Υπάρχει, λοιπόν, μοναξιά στην εποχή που ζούμε; Κι αν υπάρχει μπορεί ένα κλικ να την εξαφανίσει; Γιατί πολλοί διατείνονται πως η επικοινωνία μέσω του υπολογιστή έφερε στον άνθρωπο μοναξιά, κι άλλοι τόσοι υποστηρίζουν πως η ίδια αυτή επικοινωνία είναι ο τρόπος για να καταπολεμούν την μοναξιά τους.
Εσείς τι πιστεύετε; Ή θα πρέπει να σας κάνω κλικ για να απαντήσετε; Ε;