ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Καλωσορίσατε στο ιστολόγιο μου. Εδώ θα βρείτε σκέψεις μου και φωτογραφίες μου. Τίς δυο αγαπημένες μου ασχολίες.

Ενημερώνω πως οτιδήποτε είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο μου, φωτογραφία μου ή κείμενο μου, έχει κατωχυρωθεί για πνευματικά δικαιώματα και επομένως ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να χρησιμοποιηθεί χωρίς την έγγραφη άδεια μου. Ευχαριστώ.
To your information: Anything uploaded in this blog has been through copyright procedure, thus any attempt of copying part or a whole is due to prosecution.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΡΤΟΓΡΑΤΣΟΥΝΙΣΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΧΑΡΤΟΓΡΑΤΣΟΥΝΙΣΜΑΤΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 16 Αυγούστου 2015

ΒΛΕΠΩ ΚΙ ΑΚΟΥΩ ΓΥΡΩ ΜΟΥ ΠΡΩΙ ΚΑΙ ΒΡΑΔΥ...




*

Τριζόνια, σκυλιά-φύλακες που γαυγίζουν πού και πού, κανένα νυχτοπούλι... και βαθειά μέσα κάποιος ήχος από το χωριό -ένα αυτοκίνητο που περνά από τον δημόσιο δρόμο, ο Τάσος με το μηχανάκι που ανεβαίνει την ανηφόρα για το σπίτι του, τα φώτα της Κάρπης πάνω στο Πάικο να τρεμοσβήνουν, η μυρωδιά από το κομμένο χόρτο, ένα βατραχάκι μέσα στο ρέμα -έχει αρκετά ακόμα, αλλά αν δεν την σκοτώσουν αυτήν την οχιά θα τα φάει όλα... αλήθεια τρώει και ψαράκια; Το φανάρι με τις δαντελωτές αναλαμπές δίπλα στη σκάλα να αντανακλά το φως στο μάρμαρο... και κάπου βαθειά αστράφτει χωρίς ήχο... η μεριά της Σαλονίκης σκοτεινή... μάλλον έχει σύννεφα.... κλασσική, καλοκαιριάτικη βραδιά... δροσερή... όμορφη.... .


*

Ο χαμηλός μονότονος ήχος από το ανεμιστηράκι κάτω από το λαπ, τα δάχτυλα μου που τρέχουν πάνω στο πληκτρολόγιο, ένα κομμάτι πρασινάδας από το λόφο της Παλάρκας να με κοιτά μέσα από την μπαλκονόπορτα, τα ψηλά κλαδιά των δέντρων να λυγίζουν από το αεράκι που φέρνει τη βροχή, βαθειά μπουμπουνητά απ' τη μεριά του Πάικου, η γάτα μου που τρώει στο μπαλκόνι, ο σεΐχης με την Μάντισον μπρούμυτα πάνω στο γραφείο κι από την άλλη το βραδινό χαπάκι να με κοιτάει με προσμονή- "πότε θα με καταπιείς;"... μεταπογευματινές εικόνες... ώρα για ένα φραπέ ντεκαφεϊνέ στο μπροστινό μπαλκόνι με τις κουρτίνες να ανεμίζουν και τα κοχύλια να τραγουδούν τη θάλασσα που δεν είναι εδώ.


*

Κάτι τσιροπούλια τσιτσιρίζουν στο αμπέλι -"σε μια ρόγα από σταφύλι έπεσαν οχτώ σπουργίτες..."- ο κόκορας πήρε τις κοπελίτσες του και βγήκε βόλτα στα χωράφια γύρω-γύρω, ο γάτος της Σοφίας αποτελειώνει το φαγητό της δικής μου γατούλας και με κοιτάει λοξά-λοξά μην και τον διώξω... γιατί; ζωντανό του Θεού είναι κι αυτός... οι κάκτοι μου στο μπαλκόνι του δωματίου-γραφείου παραμεγάλωσαν, θέλουν καινούριες γλάστρες, έμειναν δυο γουλιές καφές ακόμα, μια συννεφιά από πάνω και μια κουφόβραση... δυο-τρεις κουβέντες με το Ειρηνάκι και βουρ να ετοιμαστώ για τον πρωινό καφέ.... άνω κάτω πρωινές σκέψεις... 


*

Μεσάνυχτα και βάλε... μες το απόλυτο σκοτάδι ψάχνω μάταια να ακούσω κάποιον ήχο... η σιωπή της εξοχής είναι εκκωφαντική... κι εκείνο το ζευγάρι τ' αηδονάκια που το απόγευμα αντάλλασσαν ερωτικές φωνούλες και τιτιβίσματα τρελά πάνω στο σύρμα της ΔΕΗ εκεί κοντά στο έλατο μου, κι αυτά έχουν σιωπήσει... θαρρείς και πέρασε ο καιρός του ζευγαρώματος και δεν χρειάζονται της νύχτας το σκοτάδι πια... και τα τριζόνια τι απέγιναν απόψε; κοιμήθηκαν κι αυτά θαρρείς... μπα δεν μπορεί! μάλλον έχω μεταφερθεί σ' άλλον πλανήτη... δεν είν' αυτή η νύχτα που με συντροφεύει τούτο το καλοκαίρι... λες να αποφάσισε ο Θεός να μ' απαλλάξει από το χάρισμα της ακοής; ... τόση ησυχία κάνει τα τύμπανα στ' αυτιά μου να πονούν κι είναι σα να 'ρχεται σε λίγο τρικυμία...λες; -Σκέψεις μεταμεσονύκτιες, των ευσεβών μου πόθων οιμωγές....


*

Ένα παραπονιάρικο αλύχτισμα εκεί στο έντεκα παρά πέντε... έφυγε τ' αφεντικό με το φορτηγό, κι ο φύλακας παραπονιέται -"γιατί δεν με πήρες κι εμένα βόλτα;" κι η απάντηση από ψηλά... ο Άλφη πρέπει να ΄ναι... -"κάτσε, ρε φίλε, κι εμείς εδώ πέρα μοναχοί μας τι κάνουμε δηλαδής;" Και η δροσιά να απλώνεται σαν σεντονάκι καλοκαιρινό... γλυκαίνει δέρμα και ψυχή. Κι εκεί, απ' την κορφή της αριζόνας, νάτος ο ήλιος ο ηλιάτορας, φωτίζει τις πλαγιές του Πάικου και κάνει τα τζάμια των σπιτιών της Κάρπης να αντανακλούν την πάστρα του βουνού... Ένα πουλάκι μοναχούλι ξεκίνησε τραγούδι σα λυπητερό κι η μοναξιά του σου πλαντάζει της φύσης την τελειότητα... της ακοής σου τη σαγήνη... ωπ! σταμάτησε... θαρρείς και άκουσε τη γνώμη μου στης τελευταίας τρίλιας του επάνω το θλιμμένο το σκοπό... Κι ως έλαμψε ο παντοκράτωρ και σάρωσε δροσιές και σεντονάκια, νάτος και ο τζίτζικας που άρχισε το τραγούδι! -Καλοκαιρινές πρωινιάτικες παρατηρήσεις... -ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΣΑΣ!



*

Ο ήχος από κάποια ταινία στην τηλεόραση έρχεται απ' το σαλόνι... ρώσικη πρέπει να ΄ναι... κι ο ξάδερφος στο face -όπως πολύ ""σικ" το λένε τελευταία, να μ' αραδιάζει θεωρίες για γύφτους που βάζουν έξω απ' το τσαντίρι το σαμάρι ανάποδα... νωρίτερα μια βόλτα στην πλατεία... κούφια... ίσα-ίσα έτσι, για να μην πεις μη και να μην πω γιατί... μια μπύρα, λίγα τσιπς... καλή κουβέντα.. πέρασε η βραδιά... -λες κι άμα ήτανε αλλιώς δεν θα περνούσε... κι η νύστα ρίχνει τα βλέφαρα και κάνει το Μορφέα να στέκεται στην άκρη στο κρεβάτι μου... μου γνέφει να ριχτώ στην αγκαλιά του. Πώς να του αρνηθώ; Όχι γιατί μου είναι απαραίτητος, αλλά γιατί μου φέρνει μνήμες... παλιές και στις γωνίτσες του μυαλού μου ξεχασμένες... όμορφες μνήμες κι έντονες... τις λάτρεψα και τις λατρεύω τούτες τις γωνίτσες... γιατί οι μνήμες μας  συντηρούν, όπως την αμαρτία το σκοτάδι, κι όπως την αρετή το φως... -δεν έχει άλλο, μην το ψάχνετε... μια καληνύχτα μόνο... ζαβή και κουτουλιάρικη...



*

Βαθύ ξημέρωμα και πότε θα χαράξει, κι ο φτερωτός μου γείτονας αρχίζει τα τραγούδια... ένα για την ασπρούλα, ένα για τη μαυρούλα κι ένα για κάθε ενδεχόμενη συντρόφισσα του, υπαρκτή κι ανύπαρκτη... έχει βραχνιάσει απ' την πολλαπλή προσπάθεια... κι ο χθεσινός μου ο Μορφέας τσατίστηκε από τα κικιρίκου κι έφυγε για να βρει κάποια ησυχότερη γωνιά... Λες και γι αυτό γινόταν η οχλαγωγία απ' τη μηλιά, όλη η φύση ησύχασε αμέσως... κι εκεί που άρχισε γλυκά-γλυκά να έρχεται και πάλι ο ύπνος ο θεραπευτής στα βλέφαρα, η σκέψη άγρια τον άρπαξε και του 'δωσε σπρωξιά μεγάλη... "φεύγεις εσύ! η μέρα έφτασε και ο ήλιος μεσουράνησε! εμπρός όλοι στο πόδι!" Τι όμορφη η εξοχή με ανοιχτά παράθυρα! -ανάκατες κι ανώμαλες οι νύχτες και οι μέρες... ΚΑΛΗΜΕΡΑ!!!



*


Κεράκια αναμμένα στο μπαλκόνι... κρασάκι cava Saris και μια αυτοσχέδια πίτσα του φτωχού φτιαγμένη με ξερό ψωμί και φέτα... τι θέλει κανείς για να περάσει μία όμορφη βραδιά; Λίγη καλή διάθεση, καλή παρέα και το κέφι έρχεται... με ιστορίες από τα μικράτα και περιστατικά που κάποιος έκανε ένα λάθος... και το γέλιο βγαίνει αβίαστα μέχρι δακρύων... η δροσιά της νύχτας, το γλυκό μισοσκόταδο της φλόγας που τρεμοσβήνει κάνουν τις ψυχές να χαλαρώνουν και τις καρδιές να ανοίγουν και να δέχονται κάθε καλοπροαίρετη κριτική, καζούρα, χωρατό... "Θυμάσαι τότε που δεν έβαλα ζάχαρη στην κρέμα κι εσύ απ' την αγάπη σου μου έλεγες πως ήτανε καλή;" Κι ο Γιώργος, το γέρικο σκυλί μας, να παίρνει το τυράκι ανάμεσα στα κενά απ' τα φευγάτα δόντια του και να το κατεβάζει αμάσητο... και να η ουρά του πέρα δώθε να λέει "είμαι ευτυχισμένος"... -Νυχτιάτικες καλοκαιρινές μπαλκονάδες...



 *

Αξημέρωτα της Κυριακής κι η δροσιά εισβάλλει από τα παράθυρα σαν κύμα... τραβάς την κουβέρτα ως τα αυτιά και νοιώθεις τη ζεστασιά της να γαληνεύει το τελευταίο όνειρο αυτής της νύχτας... κι ύστερα ακούς ένα παράξενο χουρχουρητό... η γατούλα σου σε κοιτάζει μέσα από τη σήτα της μπαλκονόπορτας με βλέμμα γεμάτο προσμονή... "το πρωινό μου, σε παρακαλώ"... μια χουφτίτσα γατοτροφή και χρουτς-χρουτς ο γλυκός ήχος από τα δοντάκια της... μια τρυφερή ματιά στους κάκτους που πάλι άρχισαν να ανθίζουν, μια απολαυστική στην καταπράσινη θάλασσα που περικυκλώνει "το μικρό σπίτι στο λιβάδι" και μια ξέγνοιαστη στο αγαπημένο Πάικο... είναι "Ο προσωπικός μου ψυχαναλυτής, ο ατομικός μου τοίχος των δακρύων" αυτό το γκριζομάλλη βουνό... με συντροφεύει και με παρηγορεί... κάνει το μάτι μου να ταξιδεύει στα πιο μακρινά μέρη της φαντασίας μου... καλημέρα μου γνέφει και του ανταποδίδω τον χαιρετισμό...



 *


Συναυλία μεταμεσονύκτια με τα τριζόνια να προϊδεάζουν για τον αυριανό καύσωνα... ήχοι σοπράνο με βιμπράτα απίστευτα... και κάπου βαθειά το παραπονεμένο κλάμα ενός σκυλιού... ή μήπως είναι λύκος; αδύνατον... καλοκαιριάτικα δεν θα κατέβαινε τόσο χαμηλά... ίσως αν ήτανε χειμώνας και πεινούσε... και η δροσιά εισβάλλει μέσα από τις γρίλιες και μαζί της κι όλες οι μυρωδιές της φύσης... χόρτο κομμένο, χώμα υγρό, μια ανεπαίσθητη ευωδιά από το γιασεμί που είναι σκαρφαλωμένο μέχρι την κορφή στις αριζόνες... ποιος νοιάζεται για τον ήχο κάποιου αυτοκινήτου που περνάει σπάνια από τη δημοσιά; Αυτό πια δεν υπάρχει... σε συνεπαίρνει το κονσέρτο της νύχτας... δεν θέλεις ν' ακούσεις τίποτα άλλο... κι όπως κοιτώ τον ουρανό βλέπω τ' αστέρια... παρήγορα σημάδια λαμπερά που ορίζουν την ασημαντότητα του κόσμου... Κουβέντες λίγο πριν αρχίσει το ταξίδι στ' όνειρο... Καληνύχτα....



  *

Εισβολή των angry birds πριν ακόμα χαράξει... μπα! το ξυπνητήρι... έγερση και στο μπαλκόνι... ακόμα εδώ είναι... θα τους ευχηθώ "καλό δρόμο"... μερικές βόλτες στην αυλή καθώς αρχίζει να βάφεται κόκκινος ο ουρανός πίσω απ' τα δέντρα του γείτονα, μια βαθειά ανάσα κρύου αέρα... μέσα έξω μέχρι να ακουστούν οι γνώριμοι ήχοι από πάνω... κι ύστερα, φιλιά, χαμόγελα, τελευταίες πληροφορίες και "στο καλό, καλά να περάσετε"... κι ένα σταυρό για κατευόδιο... πρώτη φορά μετά την κατασκήνωση θα είναι μαζί διακοπές... τι όμορφα... -Πρωινοί Αυγουστιάτικοι αποχαιρετισμοί... ΚΑΛΗΜΕΡΑ ΚΑΙ ΚΑΛΗ ΒΔΟΜΑΔΑ 



  *


Κι άξαφνα φύτρωσε ένα τσιγάρο μέσα στο κοχύλι με τις θαλασσινές τις πέτρες... κι ύστερα εξαφανίστηκε και ένα δεύτερο ήρθε και ανάφτηκε κι εκείνο... κι ο λογαριασμός τσιγάρο συν διαβήτης ίσον βουλωμένη αρτηρία πήγε στράφι... έλα μωρέ! μια ζωή την έχουμε... ένα τσιγαράκι ή και δυο και καπάκι ένα ρεβανί με παγωτό... τι Παρασκευή βράδυ, τι Σάββατο πρωί; Και χάθηκε μαζί κι η ησυχία της νύχτας και τα τριζόνια κι οι μυρωδιές και όλα... είναι εκεί που δραπετεύεις από την πραγματικότητα: 

".... Βγήκε στον κήπο. Η βροχή είχε σταματήσει… όλα γύρω ήταν μουσκεμένα… Η ατμόσφαιρα ήταν δροσερή και γεμάτη μυρωδιές και τα αηδόνια μέσα στα κλαδιά ερωτεύονταν κι έβγαζαν υπέροχους ήχους… Πρώτα το θηλυκό… Ένα μονότονο κάλεσμα, απαλό και γεμάτο γλυκύτητα… και μετά η απάντηση του αρσενικού… τρίλιες, βιμπράτα που ανεβοκατέβαιναν σε φωνητικές κλίμακες απίστευτης τέχνης. Ήταν Άνοιξη… η Φύση ερωτεύονταν… τα άστρα στον ουρανό με τα ξεφτισμένα σύννεφα γύρω από το φεγγάρι… η δροσερή και υγρή ατμόσφαιρα… τα τραγούδια των πουλιών… την τρέλαιναν… κοίταξε ψηλά… 
«Διάβολε! Η ζωή είναι τόσο σκληρή με κάποιους ανθρώπους!» μονολόγησε…" (Απόσπασμα από το καινούριο μου μυθιστόρημα) –KAΛΗΝΥΧΤΑ




*

Να δραπετεύεις σε μέρη που ο λογισμός δεν βάνει και είναι ανείπωτες οι ομορφιές που βρίσκεις όταν πας... κι ύστερα πάλι να γυρίζεις πίσω και να κοιτάς τριγύρω σου, να βλέπεις σε τι χώρο ζεις και να συγκρίνεις... ποια η διαφορά; Όταν ο νους σου ταξιδεύει βλέπει αυτά που θες... όταν τα μάτια ταξιδεύουν στην γύρω σου πραγματικότητα πάλι το ίδιο κάνουν... κι όταν αυτά τα δυο συγκλίνουν, τότε ζεις την απόλυτη ευτυχία, την απόλυτη γαλήνη της ψυχής, το σμίξιμο με το καθημερινό και το ιδεατό.. Ιδανική στιγμή... ο χώρος του εδώ ένα με το εκεί του ονείρου... τυχερή στιγμή... γιατί, λοιπόν, να ταξιδέψουμε στου ονείρου της περπατησιές ; Ας φτιάξουμε καλύτερα τον κόσμο μας όπως θα θέλαμε να είναι ο ιδανικός μας.... -Πρωινοί στοχασμοί χωρίς αρχή και τέλος....



*

Πλατεία και η τιβί στο mute για το ποδόσφαιρο -ευχαριστούμε Γιάννη, κι η κουβεντούλα καθημερινή -απ' αυτές που αφορούν σύγχρονους προβληματισμούς, κι η μπυρίτσα παγωμένη, πατατάκια, φυστικάκια, τοστάκια, αγγουράκια, καροτάκια, ελίτσες συνοδευτικά, δροσούλα που κατεβαίνει από το Drevenos City ζωντανή και σε κάνει να μη θέλεις να σηκωθείς από την καρέκλα, και μουσικούλα ότι πρέπει για την ώρα... οι υπόλοιποι θαμώνες ήσυχοι στα τραπεζάκια τους με τις παρεούλες τους, καλοκαιριάτικο βραδάκι στην επαρχία... τι καλύτερο; Λίγα αυτοκίνητα, λίγος κόσμος, γνωστές φυσιογνωμίες, ήρεμα όλα... ποιότητα ζωής.... Νυχτερινές εικόνες δροσερές.... ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΣΑΣ...



*


Τετάρτη πρωί... τι Τετάρτη; Οι μέρες είναι Δευτέρα, Τρίτη, Παζάρι, Πέμπτη... άρα σήμερα έχει έξοδο και ψώνια και βόλτα και καφέδες και σεργιάνι... όλοι όμως! Λαϊκός ορυμαγδός... καρότσια για ψώνια, "πάρεεεε πάρεεεεεε πάρεεεεεεεε", "εδώ τα καλά τα καρπούζια" και χαρακτηριστικοί τύποι που διαλαλούν την πραμάτεια τους με χιούμορ και εύστοχες ατάκες... Αξέχαστος εκείνος ο παλιός τυπάκος: "Τσακ τσακ τσακ τσακμακόπετρες... πέντε ένα φράγκο" κι όταν μετά ήρθε ο πολιτισμός πουλούσε αναπτήρες, αλλά το λάστιχο είχε παραμείνει: "Ένα στρέμμα λάστιχο μια δραχμή"... και φυσικά οι εποχούμενοι που κατεβαίνουν για να δουν, να ευχαριστηθεί το μάτι τους, να απολαύσουν εικόνες και... γοργόνες   Απ' όλα έχει αυτό το L.A.... Τι νομίσατε;  -Παζαριώτικες πρωινές καλημέρες 



*


Όταν το απόγευμα είναι γεμάτο με φωνούλες παιδικές και αθώα μάτια που σε κοιτούν και περιμένουν την επόμενη κουβέντα σου... όταν ή δίψα για μάθηση είναι προφανής ακόμα και στον πιο ζωηρό και στο πιο "μαγκάκι" της παρέας... όταν οι ερωτήσεις πέφτουν βροχή για τα πετρώματα και τα απολιθώματα που βγάζεις από την τσάντα σου και τους τα δίνεις να τα δουν και να τα αγγίξουν... όταν το μικρούλικο έρχεται κοντά σου και σου δείχνει με καμάρι την πέτρα που ζωγράφισε... όταν σου τη χαρίζει για να την έχεις στο γραφείο σου... όταν το βλέπεις να παίζει με τη λάσπη και να το ευχαριστιέται τόσο πολύ και με περηφάνια σου λέει πως έβαλε τη λάσπη του μέσα στο θάμνο για να βρει την άλλη μέρα ένα άγαλμα... όταν η απλή παιδική ψυχή κοιτάει να μη βγει από το παιχνίδι με αφελή λιτζικιά, άσχετα αν ξέρει πως εσύ δεν είπες ότι ο Σάιμον λέει και το είδες που πήγε να εκτελέσει την εντολή... όταν... όταν.... μπορώ να αραδιάσω ατέλειωτα όταν για το υπέροχο δίωρο που μου χάρισαν οι παιδικές ψυχούλες σήμερα... όταν η απόφαση είναι να γίνει το Μουσείο Φυσικής Ιστορίας ένας ζωντανός οργανισμός γνώσης και διασκέδασης... τότε ξέρεις πως έχεις σκοπό και προορισμό σ' αυτόν τον τόπο και πολλούς μικρούς φίλους που είναι έτοιμοι να τον υλοποιήσουν μαζί σου και μαζί με το Λαϊκό Πανεπιστήμιο Παιονίας... και νοιώθεις να ξεχειλίζεις από υπερηφάνεια για τον σκοπό αυτό... Ευχαριστούμε παιδιά για την υπέροχη εμπειρία που μας χαρίσατε... αύριο θα δείξουμε με πολύ χαρά στους γονείς σας τι καταφέρατε αυτές τις μέρες... Μεταμεσονύκτιες σκέψεις για ένα υπέροχο απόγευμα...
  


 *


Ένα ελικόπτερο περνά πάνω από το κεφάλι μας... γιατί τόσο χαμηλά; Η καμπάνα χτυπάει πένθιμα... κάποιος συμπολίτης εγκατέλειψε το μάταιο τούτο κόσμο και οδεύει πως τους λειμώνες με τους ασφόδελους... τα γεμιστά ψήνονται για το μεσημέρι -μικρούλικα, γλυκούλικα, μια μπουκιά το ένα... τα φρεσκοπλυμένα ρούχα στεγνώνουν στον πρωινό ήλιο... ένας τσαλαπετεινός έχει καθίσει στην ψηλότερη κορφή του κυπαρισσιού και αγναντεύει τα πέριξ... τι να ψάχνει άραγε; Το ζευγάρι των πελαργών τελείωσε με το πρωινό του γεύμα στο διπλανό χωράφι και έχει φύγει για τη φωλιά του... η γειτόνισσα συνεχίζει να διαβολοστέλνει τις κότες της... η Κάρα στέκεται στην καγκελόπορτα και περιμένει με προσμονή τα αφεντικά της -επιτέλους βγήκε από το σπιτάκι της μετά από τρεις μέρες... ο Γιώργος ξαπλωμένος μακάρια στο γκαζόν ονειρεύεται ποιος ξέρει τι...και κάπου στο βάθος ο κόκορας -αχ αυτός ο κόκορας!!!- φωνάζει τις κοτούλες του για μια ακόμα μεγάλη βόλτα στην Παλάρκα... -Πρωινές εικόνες καλοκαιρινής εξοχο-κωμόπολης 



*

Κοντεύει 2... κι ακόμα η τηλεόραση χτυπιέται στο ρυθμό της Βουλής με κορώνες από παντού... μιλούν ο ένας πάνω στον άλλον, κανείς δεν ακούει κανέναν και αυτό λέγεται συζήτηση... απελπισία... καλύτερα πίσω στη Φύση... στα τριζονάκια και τους νυχτερινούς ήχους... Ένα βατραχάκι κρυμμένο μέσα στις φυλλωσιές με τα μωβ και κίτρινα λουλουδάκια που έχουν γεμίσει τον Palesti River, κροάζει τρυφερά ψάχνοντας να βρει το ταίρι του... κι εκείνο του απαντά... μ' ένα μακρόσυρτο κουάξ... ήσυχα μικρά μου βατραχάκια... οι συγκάτοικοι σας, τα ψαράκια του ποταμού μας, θα ξυπνήσουν και θα κοπούν τα όνειρα τους στη μέση... φρόνιμα και σιγανά, αγκαλιαστείτε, ερωτευθείτε και ζευγαρώστε χωρίς να πάρει είδηση κανείς... είναι νόμος της φύσης η αναπαραγωγή σας και επιβάλλεται... Αφήστε αυτά τα δίποδα όντα να σκοτώνονται μέσα σε τηλεοπτικά στούντιο και έδρανα που με τόσο κόπο και φρούδες ελπίδες προς τους πολίτες έχουν αποκτήσει... εσείς είστε τα πλάσματα της φύσης που ούτε ενοχλείτε, ούτε αφήνετε κανένα να σας ενοχλεί... μόλις ο εχθρός εμφανιστεί δίνετε ώθηση στα πίσω πόδια σας και φλουπ! πετάγεστε μακριά του... εμείς όμως; εδώ καθηλωμένοι... -Ασυνάρτητες σκέψεις πριν αλέκτωρ αρχίσει να λαλεί ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΣΑΣ



*

Όσο δεν μπορώ να κατανοήσω γιατί υπάρχουν άνθρωποι που συνωστίζονται γύρω από τους κατέχοντες κάποια, ας πούμε, εξουσία, άλλο τόσο δεν μπορώ να αντιληφθώ γιατί να μην έχω την απόλυτη σιωπή και την ομορφιά της γαλήνης να διακατέχει την ύπαρξη μου και να διατηρεί ανέπαφη την πνευματική μου υγεία... γιατί θα πρέπει να σκοτώνομαι για μια πρώτη σειρά κι όχι για το παρασκήνιο και ίσως ακόμα την αφανή ομορφιά της διακριτικότητας... Αυτά τα χαμηλά χορταράκια που ομορφαίνουν τη φύση τι λιγότερο έχουν από τα πανύψηλα δέντρα που τεντώνονται για να φτάσουν τον ουρανό; Όλα μαζί δεν δημιουργούν την ομορφιά του όλου; Δεν έχει απλά το καθένα το ρόλο του; -Άσχετες σκέψεις μιας Παρασκευής...


 *

Εγώ δεν γιορτάζω στις 15 Αυγούστου, αλλά στις 8 Σεπτεμβρίου και ιδού ο λόγος: 

"Κάποια μέρα της είχε πει την ιστορία της ανεψιάς του της Μαρίας και της είχε μιλήσει για την εικόνα που τώρα βρίσκονταν μπροστά της. Ήταν τάμα για το όνομα της μικρής του ανεψιάς. Οι γονείς της ήθελαν να την ονομάσουν Ασπασία, αλλά ο παπάς του χωριού επέμενε πως δεν θα της δώσει ειδωλολατρικό όνομα. Όταν κάποια στιγμή αρρώστησε η μικρή, η αδερφή της είδε στον ύπνο της πως είχαν μπει Τούρκοι στο χωριό και έπαιρναν τα παιδιά. Κάποιος είχε αρπάξει το μωρό τους και την στιγμή που ετοιμάστηκε να το σκοτώσει, εμφανίστηκε μια γυναίκα με μαύρα, του το πήρε απ’ τα χέρια και το έδωσε στην μεγάλη αδερφή. Εκείνη την ευχαρίστησε και την αποκάλεσε «θεία». Η γυναίκα της απάντησε πως δεν ήταν θεία, αλλά η Παναγία η Σπηλιώτισσα. Ακούγοντας το όνειρο οι γονείς αποφάσισαν να πουν το μωρό Μαρία. Όταν το έμαθε η νονά του πως έχουν αλλάξει γνώμη ως προς το όνομα, ομολόγησε με πολλή συγκίνηση πως είχε υποσχεθεί στον εαυτό της αν επιζούσε αδερφός της από τον εμφύλιο να βαφτίσει ένα μωρό και να το πει Μαρία, αλλά ως εκείνη τη στιγμή όσα κοριτσάκια κι αν είχε βαφτίσει κανείς γονιός δεν δεχόταν να δώσουν αυτό το όνομα. Έτσι κι αυτή δεν μιλούσε και δεν τους είχε πει τίποτα σχετικά με το τάμα που είχε κάνει." (Απόσπασμα από το μυθιστόρημα μου, "ΟΣΟ ΠΥΚΝΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝ' ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ")



 *

Τέλειωσε κι αυτή η Παναγιά... μέσα σε ήχους από άσματα πρώτα απαλά και αγαπησιάρικα κι όταν άλλαξε το χέρι που γύριζε το κουμπί, έφτασαν μέχρι λούμπεν.. εκεί είναι που σηκώνεσαι, αλλάζεις το χαβά -"άντι ρε βουρλάδ' πού νουγάς ισύ απού χαβάδις" που αναφωνούσε κι ένας Αρναιώτης καθηγητής προς τη σύζυγο του με περισσή γλύκα- και ξαναφέρνεις πίσω την ηρεμία... μπαλκονάτη, δροσερή έως κρύα, σιωπηρή και συνοδευόμενη από κεράκια, πίτσες, κρασάκια, το Γιώργο να τρώει καυτερά λουκάνικα και να μην καταλαβαίνει τίποτα ο παλιοσκυλάκος, τη Γατούλα να μασουλάει τις άκρες από την πίτσα, την Κάρα με τη βροντερή φωνάρα της να γαυγίζει ακόμα και το κουνούπι που πετάει -μαύρη μες τη μαυρίλα της νυχτερινής αυλής- και κανένα αγροτικό πού και πού να ανεβαίνει φουριόζικο -η αγροτιά δεν σταματά ούτε της Παναγιάς, ούτε ποτέ... Του χρόνου πάλι... -Τελευταίες σκέψεις της νύχτας πριν αλέκτωρ λαλήσει και μας αλλαξοπιστήσει 



*

  Ένα πυρέξ μ' ένα μπουτάκι και ένα άλλο με μελιτζάνες και πατάτες στη σειρά... ένα τρίτο με γλυκό ψυγείου κι όποιος αντέξει στο μεσημεριανό τραπέζι... ή είναι η κυριαρχία των πυρέξ σήμερα, ή είναι η κυριαρχία των παιδιών που επέστρεψαν από τις διακοπές... έρμη μάνα τι άλλο θα κάνεις πια .... -Κυριακάτικο πρωί, μεθεόρτια της Παναγίας...



  *


Πατ, πατ, πατ, πατ, πατ, τσαααακ.... φλιτς, φλιτς, φλιτς, φλιτς, τσουυυυυκκκκ.... ζζζζ, ζζζζζ, ζζζζ, κκκρρρρ, κκκρρρρ, κκκρρρ, βρρρρρρρρρρρρρρρ, βρρρρρρρρρρρρρρ, σσσσσσσσσσντττττοοοοοοοουυυυυυυυυυυυφφφφφφφφφ... κο κο κο ρρριιιιιιιι κκοοουυυυ, νιααααρρρρ.... νιαρρρρ..... γαβββ. γαβ... γουφφφφ. πλιτσσσσσσσσσσσσσςςςςςςςςς κουααααξξξξξξξξξξξξξ, κουααααααξξξξξξξξξξξ............ σκρριιιιιιιιιιιιιιιιιιιιιττττττττςςςςςςςςςςςςς!!!!!!!!!!!

Ήχοι καλοκαιρινής νύχτας.... απαλοί, υπέροχοι, άσχημοι, ενοχλητικοί; ονειρικοί, ρομαντικοί, καθησυχαστικοί. αναστωτικοί, προκαλούν συναισθήματα ανάμικτα και πολλές φορές πρωτόγνωρα... και όλα μαζί σφραγισμένα από τη μυρωδιά που έχει το χώμα μετά τη βροχή, το δέος που δίνει μια τεράστια αστραπή καθώς σκίζει τον κατάμαυρο ορίζοντα, το μυστήριο που προσδίδει ο θεοσκότεινος δρόμος -με την πρώτη βροντή έσβησαν τα φώτα της πόλης, και την ομορφιά που έχει ο κόσμος γύρω στεφανωμένος από τα στοιχεία της φύσης και των ανθρώπων, που ξυπνούν όλες τις αισθήσεις... Γεύεσαι την υγρασία της ατμόσφαιρας, αγγίζεις το βρεγμένο κισσό που σκαρφαλώνει στο μπαλκόνι, απολαμβάνεις το λίκνισμα της κουρτίνας στο ελαφρύ αεράκι που άφησε πίσω της η μπόρα, ακούς όλους τους ήχους μαζί σαν μια τεράστια μπάντα που παίζει μόνο για σένα, μυρίζεις τη νοτισμένη γη και η έκτη σου αίσθηση εισβάλλει και προμηνύει μέσα σου πως κι αύριο ο κόσμος σου θα είναι υπέροχος.... -Όμορφες νυχτερινές σκέψεις σε σκόρπια λόγια και ήχους που συνθέτουν τη μουσική της ζήσης σου...

Δευτέρα 5 Ιανουαρίου 2015

Pic nic minion a’la succee…





(Σπεσιαλιτέ για Σαββατιάτικο γεύμα)

Υλικά
1 λεωφορείο 50 θέσεων, αντί για χύτρα
1 ψυχεδελάκια οδηγό (κατά προτίμηση με μωβ παπούτσια,  λιλά κάλτσες,  μωβ  πουκάμισο, βυσσινόμαυρο τζιν, τουρκουάζ γραβάτα και βυσσινί μπουφάν) αντί για κουτάλα
5 χλιαρές οργανώτριες με καλές προθέσεις και ανύπαρκτο σθένος
1 αρχομανή επιβάτιδα αντί για σάλτσα
43 επιβάτιδες ψυχολογικά ψιλοκομμένες και τουρλού τουρλού
1 μικρόσωμο μαύρο ποντιακό πεκινουά αντί για πιπέρι

Εκτέλεση
Επειδή η παρασκευή του φαγητού χρειάζεται πολύωρη προετοιμασία, αρχίζουμε από τις 6 το πρωί, βάζοντας στη χύτρα το μισό τουρλού και προσθέτοντας το υπόλοιπο περίπου δεκαπέντε λεπτά αργότερα.
Για να ξυπνήσει το ανακατεύουμε με την κουτάλα, ελαφρά μέχρι που φτάνουμε στα σύνορα.  Από την αρχή της εκτέλεσης έχουμε προσθέσει τη σάλτσα κατά προτίμηση ελαφρώς εκνευρισμένη για να έχει σασπένς η συνταγή. Έχουμε επίσης προσθέσει τις 5 οργανώτριες και το πιπέρι.
Μόλις φτάσουμε στα σύνορα, αφαιρούμε το πιπέρι για να μη γίνει το φαγητό μας πολύ καυτερό. 
Στην ουδετέρα ζώνη πριν τον  Σκοπιανό έλεγχο χάνουμε την κουτάλα, η οποία έχει σηκώσει κεφάλι και από βοηθητικό εργαλείο έχει προσπαθήσει να γίνει  δικτάτορας σέρνοντας πίσω του αρκετά «αποφασίζομεν και διατάσσομεν» .
Έχουμε βάλει τη σάλτσα για βοηθό της κουτάλας και προσπαθούμε να είμαστε όσο το δυνατόν περισσότερο χλιαρές για να μην έχουμε υπερβολική έκκριση αδρεναλίνης και γεμίσουμε το φαγητό μας με τοξίνες που χαλούν τη γεύση του.
Τελικά βρίσκουμε τη χρωματιστή κουτάλα και ξαναρχίζουμε το βράσιμο. Ευτυχώς που φροντίσαμε να βγάλουμε το πιπέρι εγκαίρως για να μη μας φέρει πολλή καούρα. Την ξινίλα θα δούμε πώς θα την περιορίσουμε… Αφού μετά κόπων και βασάνων έχουμε καταφέρει να ξαναβάλουμε το τουρλού μέσα στη χύτρα μαζί με τη σάλτσα και την κουτάλα. Συνεχίζουμε το βράσιμο αυτή τη φορά σε κουζίνα Σκοπιανής κατασκευής με μπόλικες στροφές και ανηφόρες.
Σε γενικές γραμμές το τουρλού μας είναι καλής ποιότητας με εξαίρεση μερικά κομμάτια που έχουν αποθρασυνθεί και ψιλο-χοντροβρίζουν. Η χρωματιστή κουτάλα σκαμπανεβάζει από το βράσιμο και φαίνεται να είναι στα κέφια της.  Μας λέει και ανέκδοτα!!! Η σάλτσα έχει κολλήσει στην κορυφή της χύτρας  –πρώτη θέση- και δε λέει να ξεκολλήσει με τίποτα. 
Ξέρουμε βέβαια όλες οι μαγείρισσες πως η σάλτσα για να πάει στον πάτο θέλει γερό βράσιμο, αλλά με τόση χλιαρή οργάνωση πού να βρούμε τις υψηλές θερμοκρασίες…
Μετά από βράσιμο περίπου μιας ώρας φτάνουμε στο τέλος της πρώτης φάσης μαγειρέματος –βλέπε Στρούμνιτσα. 
Εδώ αμολάμε το τουρλού στο δρόμο να ικανοποιήσει τις βιοτικές, ζωτικές και σωματικές ανάγκες του κατά βούληση.
Όταν επιστρέφει σέρνει μαζί του τόση πολλή ικανοποίηση (βλέπε: βιοτικές ανάγκες-παπούτσια, μπλουζάκια, σορτσάκια, φόρμες κλπ, ζωτικές- μπανάνες, κρέατα, αλλαντικά…, σωματικές – τσςςςς ευτυχώς δεν τις έφερε πίσω) που δεν ξέρουμε πού να τη βάλουμε.
Εδώ ξεσπάει κι ο καυγάς. Η κουτάλα μας πληροφορεί ότι η αποθήκη της χύτρας είναι χαλασμένη και δεν κλειδώνει. Και τώρα;  Τι κάνουμε αν οι βάρβαροι (βλέπε monkeydonians)  μας κλέψουν τις ανάγκες μας;
Τέλος πάντων… τις χύτρες πριν τις χρησιμοποιήσουμε τις πλένουμε και ελέγχουμε για τυχόν ελαττώματα….  Καλά να πάθουμε…
Μ’ αυτά και μ’ αυτά το φαγητό μας έχει κιόλας ξινίσει, αλλά τα λεφτά μας δώσαμε πρέπει να το φάμε. «Αφρίζει, ξαφρίζει» που λένε…  κι έτσι ξεκινάμε τη τρίτη φάση μαγειρέματος…
Την τοποθέτηση των φαγητών την ξέρετε πια…  η κουτάλα στο τιμόνι της χύτρας, η σάλτσα δίπλα της –σιγά μην πήγαινε να κάτσει παραπίσω- το τουρλού σε όλο το βάθος και η χλιαρότητα να πηγαινοέρχεται  ψάχνοντας να βρει μέτρο και βαθμό ήρεμου βρασμού. Ανεξήγητα πράγματα…
Τελειώνοντας τη δεύτερη φάση και αρχίζοντας την τρίτη, η κουτάλα έχει καταλήξει σαν την τρίαινα του Ποσειδώνα που έχει βγει από τη θάλασσα στη στεριά και τρέχει-τρέχει-βροντάει-χοροπηδάει-έχει χάσει τα νερά της. Κοντεύει να μας σκοτώσει. Και τότε βρίσκω το κουμπί της.  Εντελώς τυχαία μιλάω για όπερα, για κλασική μουσική και Βέρντι και Μπετόβεν και σιγά-σιγά καλμάρει και άκουσον-άκουσον χαμογελάει κιόλας.  Έχετε δει ποτέ χαμογελαστή κουτάλα; Έ, χάσατε! Πού να ήξερα από την αρχή πως οι κουτάλες θέλουν Βέρντι για να ηρεμήσουν; Θα έπαιρνα μαζί μου τους παράγοντες της Λυρικής κι όχι  ακατέργαστο τουρλού που θέλει τσιφτετέλια το απολίτιστο….
Με μπόλικο χαμόγελο και κλασσική ηρεμία φτάνουμε στην τρίτη φάση.  Σας είπα…. Η κατασκευή χρειάζεται πολύωρη προετοιμασία… μη βαριέστε J
Σ’ αυτή τη φάση το τουρλού θα χορέψει μέχρι να γίνει λαπάς, η κουτάλα θα ξεχάσει τον Βέρντι και θα το ρίξει στην καζάσκα, θα ξαναθυμώσει και θα μας πει πως η αναισθησία μας δεν έχει όρια, η σάλτσα θα πιει σαμπάνια και θα γίνει πίτα, θα ζητάει τα τακούνια της για να χορέψει και άλλα πολλά.
Ένα μεγάλο κομμάτι τουρλού θα χτυπάει νούμερο στη χύτρα για να μην μας πάρουν οι βάρβαροι τις ανάγκες, ένα μικρό θα χτυπάει το ποτήρι στο τραπέζι, «τέρεν αδά, άμα χάσουμε τις ανάγκες μας εσύ θα φταις»,  και τελειώνοντας την τρίτη φάση η σάλτσα προσπαθώντας να καθοδηγήσει την κουτάλα θα μπλέξει τις αερογέφυρες με τις γραμμές του τρένου και θα φάει άι σιχτίρ εκ των ουκ άνευ.
Την άλλη φορά το φαΐ μας θα το κάνουμε λεμονάτο. Οι πολλές σάλτσες πειράζουν στο στομάχι λέει ο γιατρός.

Έχει συμπληρωθεί κιόλας η ώρα μαγειρέματος. Έχουμε μια λαπαδιασμένη pic nic minion χωρίς σουξέ και λέμε να αδειάσουμε τη χύτρα.
Η απογοήτευση μας για την αποτυχία της συνταγής είναι καταφανής και ορκιζόμαστε με σταυρωμένους τον δείκτη με τον μεσαίο: «Το δις εξαμαρτείν ου γυναικός σοφής»

Διορθώσεις για να πετύχει η συνταγή ΑΝ υπάρξει άλλη φορά:
1.      Μη βάζετε σάλτσα και ειδικά αρχομανή
2.      Διαλέξτε μια κουτάλα που να την έχετε ξαναχρησιμοποιήσει
3.      Βράστε καλά τις οργανώτριες πριν αρχίσει η συνταγή για να καίνε και να τσουρουφλάνε
4.      ΒΑΛΤΕ ΑΛΑΤΙ! Παρά τη θέληση μας έλειπε.
(Το αλάτι σ’ αυτήν την περίπτωση είναι ο ιδιοκτήτης της χύτρας. Γιατί άμα σε κόφτει και σε καίει για την επιτυχία της συνταγής σου δεν στέλνεις τη χύτρα να μαγειρέψει μόνη της.)



Τετάρτη 5 Μαρτίου 2014

OI ΑΛΕΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΑΘΙΑΡΗΣ ΚΟΚΟΡΑΣ



Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα αλεπουδοχώρι μαζεύτηκαν μια παρέα αλεπούδες και συζήταγαν κρυφά.  Είχαν βρει μια ευκαιρία για να βολευτούν και δεν ήξεραν πώς να την εκμεταλλευτούν.
Σκέφτηκαν, λοιπόν, πως ο καλύτερος τρόπος για να βολευτείς είναι να γίνεις πρώτα αρχηγός του αλεπουδοχωριού, για να μπορείς να διατάζεις και να εκμεταλλεύεσαι χωρίς να μπορούν να σε κουνήσουν.
Η ευκαιρία ήταν μια όμορφη κότα. Φαίνονταν νόστιμή, ζουμερή και λαχταριστή. Οι αλεπούδες μας έπρεπε να τη φάνε για να μπορέσουν να ανοίξουν το δρόμο προς το κοτέτσι. Έπιασαν τις πιο καλοπροαίρετες κότες του χωριού κι έναν αγαθιάρη κόκορα. Τους έταξαν μπόλικα κοτοπουλάκια και άφθονο καλαμπόκι και τον φουκαρά τον κόκορα τον έπεισαν πως θα γινόταν φίλος τους και δεν θα κινδύνευε να φαγωθεί από καμιά τους.
Αφού κατάστρωσαν τα σχέδια τους, και με τις ευλογίες του ανώτατου συμβουλίου της Αλεπουδοχώρας ξεκίνησαν για να κατακτήσουν την κότα των ονείρων τους. Οι αλεπούδες πήγαιναν μπροστά κι ο κόκορας από δίπλα χόρευε στο ρυθμό που του έπαιζαν. Μπροστά αυτές για την κατάκτηση και από πίσω ο χαζο-κόκορας να μαζέψει κι άλλες κοτούλες που θα πήγαιναν με το μέρος των αλεπούδων.
Τα βράδια οι αλεπούδες μαζεύονταν στην πλατεία κι έβγαζαν λόγους γεμάτους υποσχέσεις!
«Θα κάνουμε το κοτέτσι σας το πιο ωραίο της χώρας!»
«Θα φροντίζουμε τα κοτοπουλάκια σας!»
«Θα τα στείλουμε να μορφωθούν!»
Τέτοιους λαγούς  με πετραχήλια έταζαν!!!
Με το πες-πες τις έπεισαν τις κοτούλες να τους δώσουν την παχουλή την κότα, αφού υπόσχονταν πως δεν θα τη φάνε, αλλά θα την έχουν αρχόντισσα κυρά!
Και πράγματι  δεν την  έφαγαν! Είχαν άλλωστε τόσες άλλες κότες να ξεκοκαλίσουν…
Κι ο φουκαράς ο κόκορας; Ε, αυτός ήταν που μόλις τελείωσε η δουλειά τους τον ξέχασαν. Όχι μόνο καλαμπόκι δεν τον ξαναέδωσαν, αλλά και τη δική του την αγαπημένη κότα προσπάθησαν να τη φάνε….

Τώρα ο κοκορίκος μας το φυσάει και δεν κρυώνει, γιατί όταν η κοτούλα του του τα έλεγε δεν ήθελε να την ακούσει. 

Τετάρτη 5 Φεβρουαρίου 2014

ΤΑ ΨΑΡΙΑ


Ο σπάρος, η μέλουνα κι η πέρκα

Ήταν χειμώνας κι ένα μικρό ξασπρούλικο ψαράκι πήγανε κι ερχόταν προσπαθώντας μάταια να ζεσταθεί.
-Αχ, σκεφτόταν, και να είχα τώρα ένα ζεστό τσαγάκι , να ζεσταθούν λιγάκι τα ταλαιπωρημένα λέπια μου….
Το μαύρο ψάρι που ζούσε στην κοντινή σπηλιά, έβγαλε τη μουσούδα του από την είσοδο, όσο χρειαζόταν για    να μην κρυώσει.
-Ψτ!, φώναξε σιγά.  Είσαι για ένα τσαγάκι; 
Το ξασπρούλικο ψαράκι χοροπήδηξε από τη χαρά του.
-Ναι!!!!, φώναξε. Αλλά πού θα το βρούμε;
-Αυτό είναι εύκολο, απάντησε η μέλουνα. Εκείνη  η πέρκα που δουλεύει στην παρακάτω  τη  σπηλιά θα μας φέρει.
Το ξασπρούλικο ψαράκι που δεν ήταν παρά ένας συνηθισμένος σπάρος, μπήκε στη σπηλιά της  μέλουνας και στρώθηκε.  Σε λίγο, η πέρκα έφερε το τσάι ζεστό-ζεστό. Ήπιαν, ζεστάθηκαν , κι αυτό συνεχίστηκε για μέρες…
Αυτή είναι μια παράξενη ιστορία, γιατί η μέλουνα είχε τον μέλουνο της να  της κάνει μπουρμπουλήθρες κάθε μέρα.  Ο σπάρος είχε την σπαρίνα του και φυσικά η πέρκα είχε τον πέρκο της.
Η παραξενιά άρχισε όταν μια μέρα ο φουκαράς ο σπάρος άρχισε να φοβάται πως η μέλουνα θα τον έτρωγε.
Η καημένη η πέρκα τα έβλεπε όλα σαν μια φιλική τσαγοϋπόθεση , μέχρι που αντιλήφθηκε ότι κάτι δεν πήγαινε καλά.  Έβλεπε τον φουκαρά τον σπάρο να τρέμει  μόλις πλησίαζε και να ρίχνει λοξές ματιές προς τη μεριά της σπηλιάς της μέλουνας, γι’ αυτό μια μέρα πήρε τα λέπια της και τους παράτησε. 
Πέρασε ο χειμώνας κι έπιασε η άνοιξη.  Τα νερά της θάλασσας άρχισαν να γίνονται από μαύρα, γκρίζα και μετά γαλανά  και όλα τα ψάρια μεγάλα και μικρά έπαιζαν με τα κύματα κι έλιαζαν τα γυαλιστερά λέπια τους στις αστραφτερές ακτίνες του ανοιξιάτικου ήλιου.
Ο  σπάρος με τη μέλουνα κουνούσαν τις ουρές τους και έβγαζαν ευχαριστημένοι ψιλές -ψιλές μπουρμπουλήθρες από τα στόμα τους  ή κάθονταν πάνω στον αφρό απ’ τα κύματα και χαχάνιζαν , στρίβοντας και χοροπηδώντας.  Ο σπάρος έπαιρνε τη μέλουνα για βόλτες, την πήγαινε στο σπίτι της καβάλα σ’ ένα άσπρο κυματάκι για  να μην κουράζεται κι εκείνη τον έπαιρνε μέσα στο σπίτι και του πρόσφερε δροσερό νεράκι για να ξεκουραστεί.
Όταν έβλεπαν καμιά φορά την πέρκα να περνά απ’ τα χωρικά τους ύδατα, πετούσαν ένα γεια κι έστριβαν το κεφάλι από  την άλλη μεριά…
Η πέρκα χτυπούσε τα πλαϊνά πτερύγια της, έδινε μια βουτιά στα κύματα και απομακρύνονταν περήφανη.
-Δεν θα έρθει ο χειμώνας;, έλεγε. Τότε θα σας πω εγώ πού θα ψάχνετε για τσάι να ζεσταθείτε.  
Μέχρι που μια μέρα στη μέση του καλοκαιριού, η μέλουνα άρχισε να πλησιάζει την πέρκα και να της χαμογελά…
-Έλα στην σπηλιά μου για κανένα αναψυκτικό, της έλεγα.
Η πέρκα μη θέλοντας να πέσει  πάλι σε λούμπα, μαζεύονταν κι έφευγε.  Σκέφτονταν πως ή της στήνανε τα δίχτυ να πιαστεί, ή  στην καλύτερη περίπτωση είχαν μετανιώσει για την αδικία και   ήθελαν  να επανορθώσουν.  Έπιασε λοιπόν το σπάρο κάποια στιγμή που ήταν μόνος του και τον ρώτησε τι τρέχει  και γιατί η μέλουνα είχε αλλάξει τακτική απέναντι της.
Εκείνος κοίταξε  γύρω του  προσεκτικά μην τους ακούει κανείς και της απάντησε….  «Άσε καλύτερα… έτσι όπως πάμε θα μας φαν τα μαύρα ψάρια και το αλμυρό νερό…..»
Η πέρκα μπήκε αμέσως στο νόημα…  Έβαλε, λοιπόν, τα πράγματα στη σειρά κι αφού είδε πως ούτε καν ιδεολογικά δεν ταίριαζε με τους άλλους δυο –άλλο κόμμα  κι άλλο χρώμα-  και διανοητικά ήταν αλλού – ο σπάρος με τη μέλουνα έπλεαν σε μαύρα νερά  που ήταν θολά και βρώμικα-  αποφάσισε να πάρει το αίμα της πίσω…  Τώρα που την έψαχναν και της την είχαν πέσει από δίπλα, τίναξε με δύναμη την ουρά της  και χάθηκε για τα καθαρά νερά όπου θα ανέπνεε  καλύτερα.

Αυτά….. 

ΣYNEXIZETAI.... :-)

Τρίτη 4 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΓΑΤΟΣ


O φουκαράς ο γάτος μόλις προσπέρασε έκανε μια υπεράνθρωπη προσπάθεια να μάσει τα κομμάτια του.   Αλλά, πού να βάλει στη σειρά τα πράγματα!!!!  Έσιαξε τα γυαλιά του που είχαν μισοπέσει –ήταν ένας γάτος διανοούμενος- κι άρχισε να σκέφτεται πως με τόσες γάτες γύρω του δεν θα κατάφερνε να αντέξει τον πειρασμό για πολύ καιρό.  Ήθελε να κρατηθεί, μα έλα που είχε και τις αδυναμίες του…   Πώς μπορεί ακόμα κι ένας σοβαροφανής γάτος όπως αυτός να αντέξει στον πειρασμό, όταν οι γάτες γύρω του τρελαίνονταν για γατοπαρέα, για νιαουρίσματα και χουρχουρίσματα ακόμα και τώρα που δεν ήταν Γενάρης;
Κάποτε μια γάτα του είχε πει για τους Γεναριάτικους έρωτες  της ράτσας τους, αλλά η δική του ιδιοσυγκρασία έλεγε πως όλους  τους μήνες τους έλεγαν Γενάρη.  Γενάρης και ο Μάιος, Γενάρης κι ο Ιούλιος.  Κι όπως έλεγε κι ο ίδιος, «αν δεν έχεις μια γάτα κάθε φορά να την κοιτάς στα μάτια, τότε δεν είσαι γάτος αξιοπρεπής’.
Ο ίδιος είχε εξαπλώσει τις γατοδραστηριότητες του  από Κεντρική και Δυτική Μακεδονία, μέχρι Τρίκαλα, Λάρισα, Καρδίτσα… Το πρόγραμμα τώρα προέβλεπε Νότια Ελλάδα και νησιά και πού ξέρεις μπορεί και καμιά Αφρικανική χώρα για ποικιλία αν του καθόταν  καμιά μαύρη γάτα…  «Μπορεί οι γάτες που είναι από κει να νιαουρίζουν πιο γλυκά», σκεφτόταν πότε- πότε ο γατούλης και χαμογελούσε κάτω απ τα μουστάκια του….
Μ’ αυτές τις σκέψεις στο μυαλό, ο γάτος  μας πήγε στη  δουλειά γεμάτος με ανάμικτα συναισθήματα…  
Οι ζωτικές του ανάγκες έλεγαν πως πρέπει να κάνει ένα σάλτο και να πιάσει τη γάτα απ’ τα αυτιά…  Οι συναισθηματικές του ανάγκες έλεγαν πως αυτή ήταν Η ΓΑΤΑ των τελευταίων ονείρων του…  κι αφού σήμερα του μίλησε, άρα….. χαμογέλασε ο γατούλης πίσω απ’ το γραφείο του και μια  γάτα που περίμενε να εξυπηρετηθεί   στο ταμείο  αναρωτήθηκε πως και χαμογελάει ο μαγκούφης….
Μέχρι αργά  το  μεσημέρι  που σχόλασε ο γάτος μας είχε καταστρώσει το σχέδιο του…. Δεν μπορεί… θα την έκανε την κουτουράδα κι ότι κάθονταν….
Στην επιστροφή προς τη γατοφωλιά ξανάπεσε πάνω στην κόκκινη γατούλα μας… 
«Τι μοιραία συνάντηση!», αναφώνησε εκείνη….
«Οι μοιραίες συναντήσεις  γίνονται στα κεραμίδια…» της ψιθύρισε κρατώντας ένα σοβαρό ύφος μια που η κυρά Γατίνα του απέναντι σπιτιού ήταν σίγουρο πως κοίταγε πίσω απ’ την κουρτίνα…
«Απόψε…» του γλυκοχαμογέλασε εκείνη, βιαστικά….
Έτσι, αφού υπήρχε ταυτότητα απόψεων, το βράδυ συναντήθηκαν  σε κάποια κεραμίδια και έλυσαν τα κοινά τους προβλήματα  με όση γατοπρέπεια  απαιτούσε η παράλογη γατοκοινωνία όπου ζούσαν.
Τα τελευταία νιαρρρρρρρ τους ακόμα ακούγονται στις γατογειτονιές  της Γατούπολης και η γάτα ακόμα γλύφει ευχαριστημένη τη γούνα της γελώντας κάτω απ’ τα μουστάκια της….
«Τι γάτος αλήθεια!!!!!»
Κι ο γατούλης ο καημένος έχει γίνει ακόμα πιο κοντούλης και  όποτε βγαίνει από το γατόσπιτο πάει τοίχο-τοίχο… 
«Με ξέκανε η άτιμη…. Μη με ξαναπετύχει….»

  
ΣΥΝΕΧΙΖΕΤΑΙ.... :-)