ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Καλωσορίσατε στο ιστολόγιο μου. Εδώ θα βρείτε σκέψεις μου και φωτογραφίες μου. Τίς δυο αγαπημένες μου ασχολίες.

Ενημερώνω πως οτιδήποτε είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο μου, φωτογραφία μου ή κείμενο μου, έχει κατωχυρωθεί για πνευματικά δικαιώματα και επομένως ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να χρησιμοποιηθεί χωρίς την έγγραφη άδεια μου. Ευχαριστώ.
To your information: Anything uploaded in this blog has been through copyright procedure, thus any attempt of copying part or a whole is due to prosecution.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 14 Μαΐου 2018

Του απραγματοποίητου



Παπαρούνα του χιονιού
τα όνειρά της 
σπάνια. 
Στης νιότης τη χαρά
ντροπή δε γνώρισε
και το άλικο δεν ένιωσε
το χρώμα.
Με βλέμμα αετού
κοιτούσε τα προβλήματα
πετάριζε στων λουλουδιών
τη γύρη
ψάχνοντας μιαν ελευθερία
ανέφικτη
.


Κυριακή, 22 Απριλίου 2018

ΚΑΛΗΝΥΧΤΑ ΚΥΡΙΑ ΜΕΝΑΧΕΜ



ΑΡΧΕΣ ΔΕΚΑΕΤΙΑΣ ΤΟΥ 40
Πήρε το δίχτυ με τα φαγώσιμα  και με σκυμμένο το κεφάλι  βγήκε από το στενάκι στον κεντρικό δρόμο.
 «Πάλι καλά», σκέφτηκε «που μπόρεσα να δώσω για τόσα λεφτά το κολιέ της γιαγιάς. Έτσι κι αλλιώς καμιά μας δεν το φορούσε. Ούτε εγώ, ούτε η μητέρα μου.  Με ένα τόσο μεγάλο διαμάντι να κρέμεται στο κέντρο μόνο πρόκληση θα μπορούσε να είναι. Η γιαγιά βέβαια το είχε χαρεί, αλλά ήταν άλλα τα χρόνια εκείνα Τώρα όμως  μας χρειάζονται τρόφιμα. Ο εχθρός   έχει κάνει την πατρίδα μας δική του και οι καιροί είναι δύσκολοι.»
Στο σπίτι την υποδέχτηκαν με την αγωνία ζωγραφισμένη στα μάτια τους.  Όλα καλά τους απάντησε το χαμόγελό της.
 «Κι ο μπάρμπα Ντάκος;» ρώτησε ο πατέρας.
«Όπως πάντα εξυπηρετικότατος», απάντησε η Ρουθ και η ειρωνεία της ξεχείλισε.
«Σου έκανε πολλά παζάρια;» επέμενε εκείνος.
«Αρκετά για να κατεβάσει την αξία τους κοσμήματος εκεί που τον συνέφερε.  Τον είδα με την άκρη του ματιού μου την στιγμή που έβγαινα από το μαγαζί του να τρίβει τα χέρια του μ’ εκείνο το πονηρό χαμόγελο που  έχει πάντα και κάτι μουρμούρισε σε μια άλλη γλώσσα, κάτι σαν ριμμένου ντράκου*...  Σα να έλεγε, πού θα πάτε;   Όλα θα σας τα πάρω για ένα κομμάτι ψωμί.  Με ρώτησε μάλιστα  αν ενδιαφερόμαστε να πουλήσουμε το σπίτι τώρα που ακούγεται πως οι Γερμανοί θα μας μεταφέρουν στη Βόρεια Ευρώπη για δουλειά.  Φυσικά δεν του απάντησα.  Αλλά τον φοβάμαι πατέρα. Το βλέμμα του είναι αχόρταγο. Εκείνα τα μικρά ματάκια του που κοιτάνε μέσα από τα γυαλιά, γυαλίζουν σαν της αλεπούς.»
Το σπίτι τους ήταν ένα διώροφο αρχοντικό κοντά στα δυτικά τείχη της Θεσσαλονίκης  με οπωροφόρα δέντρα στην αυλή και όμορφες τριανταφυλλιές στα παρτέρια του. Ο παππούς Δαυίδ το είχε χτίσει σαν γαμήλιο δώρο για την αγαπημένη του Ραχήλ.  Εδώ είχαν γεννηθεί τα παιδιά τους   και τα εγγόνια τους.    Έβλεπε τη θάλασσα από τα δυτικά μπαλκόνια και τα δειλινά στον Θερμαϊκό πάντα έκαναν  τη Ρουθ να ονειρεύεται.  Ήταν το σπίτι τους,  εδώ και κοντά εκατό χρόνια και τώρα αυτός ο αγιογδύτης ο μπάρμπα-Ντάκος όλο και ψιλορωτούσε αν το πουλάνε.  Αν τελικά τους μετέφεραν οι γερμανοί στην Πολωνία, όπως ακούγονταν, τι θα γινόταν άραγε το αγαπημένο τους σπίτι;  Η κοπέλα αναστέναξε και ευχήθηκε μέσα της να μην συμβεί ποτέ αυτό.



25 ΧΡΟΝΙΑ  ΜΕΤΑ
«Θέλω λουλούδια από τον Λυριτζή  και γλυκά από τον Αδαμόπουλο!» επιτακτική η φωνή της νεαρής . «Τα πεθερικά μου ανήκουν στις καλύτερες οικογένειες της πόλης!», συνέχισε στον ίδιο τόνο η Ελενίτσα. 
Ο πατέρας της την κοίταξε μ’ εκείνο το βλέμμα της απόγνωσης, του «πού να τα βρω τέτοια λεφτά, παιδί μου,  μεροκαματιάρης άνθρωπος είμαι».  Όμως η Ελενίτσα ψηλοπατούσε από τα γεννοφάσκια της και δεν δεχόταν καμιά αντίρρηση στις απαιτήσεις της.  Πάντα ήθελε το καλύτερο, πάντα γινόταν το δικό της μέσα στο σπίτι. 
«Ελενίτσα μου, δεν μπορούμε, παιδί  μου…»,  πήγε να πει η μητέρα της, αλλά εκείνη με ύφος ύψωσε τη φωνή.
«Τέρμα αυτό το γελοίο όνομα, καταλάβατε;  Έλενα θα με φωνάζετε από δω και πέρα. Δεν γίνεται να αρραβωνιαστώ ολόκληρο στέλεχος  εταιρίας και να με λένε Ελενίτσα», πρόφερε της τελευταία λέξη με την αρμόζουσα για το στυλ της αηδία.  «Και κοιτάξτε να μη με κάνετε ρεζίλι με τις κουβέντες σας το βράδυ που θα έρθει ο Λάκης με τους γονείς του να  με ζητήσουν!  Εσύ μπαμπά δεν θα μιλάς πολύ και εσύ μαμά αν θέλεις άνοιξε εκείνη την κουβέντα για την πόλη που μεγάλωσες και τα καπέλα που σου αγόραζε ο πατέρας σου.  Πρέπει να σταθούμε στο ύψος τους, καταλάβατε;  Έμαθα πως σήμερα θα μου περάσουν ένα βραχιόλι και ένα δαχτυλίδι μεγάλης αξίας και τα υπόλοιπα χρυσαφικά θα έρθουν στον αρραβώνα. Όλα κειμήλια της οικογένειας τους»,  τόνισε με ύφος.
Οι γονείς της μαζεύτηκαν σε μια γωνιά και ο πατέρας της έπεσε σε σκέψεις.  Ο «συμπέθερος» απ’ ότι είχε μάθει,  είχε ένα μπακάλικο   κάπου στο Βαρδάρη  στα νιάτα του. Τώρα πια ζούσε με την ψωροσύνταξη του ΤΕΒΕ, σ’ ένα παλιό διώροφο κοντά στα δυτικά τείχη της πόλης.  Αυτά τα κειμήλια τι ήταν;   Από πού τα είχε;    Με το κεφάλι του να βουίζει από τα ζόρια που του φόρτωνε η κόρη του,  έφυγε για το μαγαζάκι του στην Άνω Πόλη.  Ένα ψιλικατζίδικο ήταν όλο κι όλο σε μια φτωχογειτονιά προσφύγων  που αγόραζαν τον καφέ με τη δραχμή και καινούριες νάυλον κάλτσες οι γυναίκες,  όταν πια η μανταρίστρα δεν μπορούσε να   επιδιορθώσει άλλο τους φευγάτους πόντους από τις παλιές.  Μπήκε μέσα ο κυρ-Περικλής, έκατσε πίσω από τον πάγκο και έβαλε το κεφάλι του μέσα στα δυο του χέρια. Πώς στην ευχή θα τα έφερνε βόλτα με τις απαιτήσεις της κόρης του;   Λουλούδια από τον Λυριτζή και γλυκά από τον Αδαμόπουλο, το  ακριβότερο ανθοπωλείο και ζαχαροπλαστείο  της πόλης;  Δεν έφτανε που τους είχε αναγκάσει να πάρουν καινούριο σαλόνι –τικ παρακαλώ- και καινούρια τραπεζαρία με λιονταρίσια πόδια που ήταν της μόδας,  δεν έφτανε που είχαν αναγκαστεί να πετάξουν την παλιά καρυδένια ντουλάπα –ένα πραγματικό έργο τέχνης- για μια μοντέρνα από καπλαμά, δεν έφτανε που είχαν χρεωθεί ως το λαιμό για όλες αυτές τις αλλαγές;   Εκείνη τη στιγμή μπήκε μέσα στο μαγαζί ο «παραγιός» του ο Τάκης.  Ένα παλικαράκι καμιά είκοσι χρονών, γιος του φίλου του,  του Κώστα, που από τότε που είχε πεθάνει ο πατέρας του ο κυρ-Περικλής τον είχε σαν παιδί του.
«Τι έχεις πατέρα μου;», έτσι τον φώναζε όταν ήταν οι δυο τους.
Ο κυρ-Περικλής του εξιστόρησε τα τελευταία καμώματα της Ελενίτσας και ο νεαρός ξαφνικά έβαλε τα γέλια. 
«Πάλεψε το μόνο με τα γλυκά», του είπε. « Όσο για τα λουλούδια, άστο σ’ εμένα. Έχω ένα φίλο  που δουλεύει στο φυτώριο του Λυριτζή. Θα κανονίσω να πάρουμε  κορδέλα με τη φίρμα από κει και να την βάλουμε στα λουλούδια από το ανθοπωλείο του κυρ-Γιάννη εδώ πιο κάτω.
Κι έτσι έγινε. Κι η Έλενα όπως τη φώναζαν πια, αρραβωνιάστηκε τον Λάκη της που ήταν απλά ένας υπάλληλος στην εταιρία που δούλευε, κι όχι στέλεχος όπως  κορδώνονταν η αρραβωνιαστικιά του, και τα χρυσαφικά έπεσαν σύννεφο επάνω της. Τι λίρες, τι βραχιόλια, τι αλυσίδες και περιδέραια, άλλο πράγμα!  Κι η απορία του κυρ-Περικλή μόνιμη. Πώς όλα αυτά με το μαγαζάκι στο  Βαρδάρη;
Η Ελενίτσα όμως, κυρία Έλενα πια με περισπούδαστο ύφος και  καινούριο λεξιλόγιο όπου συμπεριλαμβάνονταν εκφράσεις  όπως «η φίλη μου η γιατρός» και ο γείτονας  ο αρχιτέκτονας» -κανέναν δεν ανέφερε με το όνομά του ή απλά αν δεν είχε ένα επάγγελμα επάξιο της αναφοράς του  δεν τον ανέφερε καθόλου-  ζούσε τώρα με την οικογένεια της στο κέντρο της πόλης,  σε μια από τις νεόκτιστες πολυκατοικίες  που είχαν αναγερθεί στα οικόπεδα όπου πριν υπήρχαν   πανέμορφα νεοκλασικά, αλλά η εργολαβική μανία της δεκαετίας του εξήντα τα είχε ισοπεδώσει.  Όλη την ημέρα μέσα στο σπίτι, χτυπούσε πέρα δώθε τα πασουμάκια της με το γουνάκι  και χαριεντίζονταν τι μεγάλη κυρία που είχε γίνει.  Μέχρι που μια μέρα γνώρισε την καινούρια ιδιοκτήτρια ενός  διαμερίσματος του κάτω ορόφου.  Ήταν μια γηραιά κυρία που ζούσε μόνη της.   Στην πραγματικότητα της έκανε εντύπωση  το όνομα στην πόρτα της.  Ρ. Μεναχέμ,  έλεγε το μπρούτζινο καρτελάκι και η  Έλενα  εντυπωσιασμένη  το ανέφερε στον άντρα της όταν επέστρεψε από το γραφείο.
«Καλημεριστήκαμε με την καινούρια από κάτω σήμερα», τον πληροφόρησε την ώρα του μεσημεριανού φαγητού. «Πρέπει να είναι  γαλλίδα μάλλον αν κρίνω από το επίθετό της.  Μεναχέμ, γράφει στην πόρτα της» συνέχισε αμέριμνη ενώ έκοβε με το μαχαιροπίρουνο το κεφτεδάκι  μέσα στο πιάτο της.
Ο Λάκης σήκωσε απότομα το κεφάλι του και της έριξε μια άγρια ματιά.
«Μεναχέμ είπες; Δεν χρειάζεται να της λες ούτε καλημέρα!» απαίτησε.
«Μα γιατί, Λάκη μου; Αφού μιλά Ελληνικά και είναι πολύ ευγενική», αντιγύρισε η Έλενα γεμάτη απορία.
«Μπορεί, αλλά το επίθετό της δείχνει πως είναι Εβραία. Τι δουλειά έχουμε εμείς με τους Εβραίους;» άστραψε ο Λάκης  και βρόντηξε το μαχαιροπίρουνο μέσα στους κεφτέδες.
Η Ελενίτσα μαζεύτηκε. Ο λόγος του Λάκη ήταν νόμος, αλλιώς τα ουράνια δεν ήταν ανοιχτά μέσα στο σπίτι.
Από εκείνη τη μέρα όποτε συναντούσε την κυρία Μεναχέμ στην είσοδο η Ελενίτσα απλά περνούσε δίπλα της χωρίς μιλιά. Η διαταγή του Λάκη ήταν νόμος και οι νόμοι δεν γίνονται για να καταπατούνται  όπως έλεγε εκείνος. 
Όλα αυτά μέχρι τη βραδιά που  το ζευγάρι αποφάσισε να πάει στο θέατρο.  Η Ελενίτσα έβαλε τα καλά της, αρματώθηκε και τα χρυσαφικά της και παίρνοντας τον Λάκη αλά μπρατσέτα ξεκίνησαν για το Κρατικό θέατρο.  Στην είσοδο της πολυκατοικίας ήρθαν πρόσωπο με πρόσωπο με την κυρία Μεναχέμ που επέστρεφε από τη βραδινή της βόλτα.  Η Ελενίτσα τεντώθηκε λίγο παραπάνω  για  να φανεί το διαμαντένιο περιδέραιο στο λαιμό της και πήρε το ύφος της ανωτερότητας που της επέβαλε  η κοινωνική της τάξη.  Αντικρίζοντας την  η γηραιά κυρία  έχασε το χρώμα της και πιάστηκε από το χερούλι της εξώπορτας για να μην πέσει, με αποτέλεσμα να μην μπορεί το ζευγάρι να την προσπεράσει και να βγει  έξω.  Βλέποντας τη γυναίκα να κλυδωνίζεται ο Λάκης αναγκάστηκε να την ρωτήσει αν είναι καλά. 
«Μια μικρή ζάλη», απάντησε εκείνη.  «Το κολιέ της κυρίας μου θύμισε κάτι δικό μου» συμπλήρωσε. 
Η Ελενίτσα βρήκε ευκαιρία να κομπάσει για το κόσμημά της.
«Αποκλείεται!» αναφώνησε.  «Είναι κειμήλιο από τα πεθερικά μου κι από ότι ξέρω μοναδικό κομμάτι. Δεν μπορεί  ΕΣΕΙΣ να είχατε κάτι τέτοιο» συνέχισε.
«Κι όμως, ένα ίδιο ακριβώς  είχε η γιαγιά μου και το είχε περάσει στη μητέρα μου κι εκείνη σ εμένα.  Οι συνθήκες μέσα στον πόλεμο μας είχαν αναγκάσει να το δώσουμε σε κάποιον έμπορο για να πάρουμε τρόφιμα.  Είκοσι διαμάντια δεν έχει επάνω του, δέκα από   κάθε πλευρά; Ο παππούς μου το είχε παραγγείλει για τη γιαγιά μου στην εικοστή επέτειο των γάμων τους»
Η Ελενίτσα που τα είχε μετρήσει δεκάδες φορές για να είναι σίγουρη για τον αριθμό τους όταν παινεύονταν στις φίλες της  την κοίταξε με το στόμα ανοιχτό. Τη στιγμή εκείνη ακούστηκε η φωνή του Λάκη να απαντά με συγκρατημένη οργή.
«Όχι, κυρία μου, δεν είναι είκοσι.. Κάνετε λάθος. Καληνύχτα σας» και σπρώχνοντας ελαφρά την Ελενίτσα  πέρασε δίπλα από την κυρία Μεναχέμ  και βγήκαν στο πεζοδρόμιο.
«Γιατί είπες ψέματα;» τον ρώτησε εκείνη όταν είχαν απομακρυνθεί αρκετά.
«Γιατί δεν είχα  διάθεση να συνεχίσω την κουβέντα με μια παλιοεβραία» απάντησε οργισμένος. «Κάτι ήξερε ο Χίτλερ τελικά» μουρμούρισε μέσα από τα δόντια του.
Όμως μέσα του είχε ξεσπάσει  πόλεμος.  Μισόλογα και κουβέντες μυστικές ήρθαν στο νου του  από τότε που πιτσιρίκος  άκουγε τους γονείς του να συζητούν κάθε  που γύριζε ο πατέρας του από το μαγαζί του. Εικόνες όπου ο μπάρμπα-Ντάκος έδειχνε στην κυρά-Διαμαντούλα κοσμήματα και λίρες και τις έλεγε να τα κρύψει όλα με πολλή προσοχή για να μην τα βρει κανείς , περνούσαν μπροστά από τα μάτια του καθώς  περπατούσαν στην Τσιμισκή κατευθυνόμενοι προς το  θέατρο.  Θυμήθηκε τον πατέρα του να τους πηγαίνει σε καινούριο σπίτι, ένα διώροφο κοντά στα δυτικά τείχη της πόλης και να χαίρεται που το είχε πάρει –όπως έλεγε- σε τιμή ευκαιρίας. Κι ύστερα από αρκετά χρόνια να επιμένει πως πρέπει να φύγουν από εκεί και να δοθεί το σπίτι αντιπαροχή.  Όσο σκεφτόταν τόσο ξεκαθάριζε το μυαλό του και καινούριες μνήμες και εικόνες αντικαθιστούσαν τις παλιές.  Γερμανοί με στολές να μπαίνουν μέσα στο μπακάλικό τους,  κάτι άλλοι με μαύρες καμπαρντίνες –Έλληνες αυτοί- ο πατέρας του να ψιθυρίζει  μουλωχτά μαζί τους  πίσω από το παραβάν στο βάθος του μαγαζιού. Τα χρυσαφικά της μάνας του που ξεφύτρωναν από το πουθενά, οι γούνες και  όλα εκείνα τα φουστάνια.  Θυμήθηκε, θυμήθηκε και αποφάσισε. Αυτή η καινούρια έπρεπε να φύγει από την πολυκατοικία τους. Ήταν Εβραία, άρα επικίνδυνη. Αύριο κιόλας θα ζητούσε από τον διαχειριστή να βρεθεί κάποιος λόγος για να της κάνουν έξωση. Είχε κι εκείνες τις λίρες στην άκρη, τρία μασούρια που είχε βρει μέσα στην τσέπη του γαμπριάτικου κουστουμιού του πατέρα του μετά τον θάνατό του και δεν το είχε πει σε κανέναν. Θα κοίταζε να αγοράσει το διαμέρισμα που έμενε η   παλιοεβραία. Τον ιδιοκτήτη τον γνώριζε.  Εργολάβος με το μυαλό μόνο στο χρήμα.  Αν του έδινε σε αντάλλαγμα  το σπιτάκι  πίσω από τον σιδηροδρομικό σταθμό θα γλίτωνε και τις λίρες.    Κι αυτό επέμενε ο πατέρας του να το σκοτώσουν με αντιπαροχή κι ως τώρα κανένας εργολάβος  δεν το είχε ζητήσει.
«Καληνύχτα  σας κυρία Μεναχέμ.  Τα χρυσαφικά σας είναι πια δικά μας» σκέφτηκε λίγο πριν ανοίξει η αυλαία  για να απολαύσουν με την Ελενίτσα  τον  Φάουστ του Γκαίτε.


  *Ριμμένου φέτσι ντράκου σκράπε = ο Βλάχος έκανε και το διάβολο να σκάσει


Κυριακή, 1 Οκτωβρίου 2017

ΕΝΑ ΠΑΙΔΙ ΚΙ ΕΝΑ ΚΟΧΥΛΙ




          O Ηλίας μπήκε προχθές στο γραφείο κρατώντας ένα όμορφο κοχύλι στο χέρι του.
          "Γεια σας", μου είπε και κατέβασε τα μάτια ντροπαλά  Τον κοίταξα χαμογελώντας, πριν ακόμα γυρίσω τα μάτια μου να περιεργαστώ το πανέμορφο κοχύλι που μου έφερε από τις διακοπές του.  Μάτια χαμηλωμένα ο Ηλίας και το πορφυρό χρώμα της εφηβείας στα μάγουλα... Ίδια απόχρωση με του κοχυλιού το χρώμα.
          Το άφησε στη χούφτα μου και έφυγε όσο πιο γρήγορα γινόταν για να κρύψει την  ντροπή που ένιωθε δίνοντας μου το ανεκτίμητο δωράκι που μου είχε φέρει από τις διακοπές του.
          Το κοχύλι του παιδιού φιγουράρει εδώ μπροστά μου τώρα καθώς γράφω.. Με κοιτάει και μου στέλνει τα πιο όμορφα μηνύματα που μπορεί να πάρει κανείς από ένα δώρο.  "Κοίταξε με", μου λέει, "δεν είναι το πόσο κάνω. Είναι το πόσο σε σκέφτεται αυτός που σου το έφερε.  Ήταν διακοπές. Χιλιόμετρα μακριά και σκέφτηκε  εσένα που μαζεύεις κοχύλια και τα στολίζεις για να ομορφαίνουν το χώρο που δουλεύεις."
          Τι όμορφο συναίσθημα είναι να σ' αγαπούν!  Και πόσο πιο όμορφο να σ' αγαπάει ένα παιδί!  Γιατί η αγάπη των παιδιών είναι άδολη, αγνή και ακόμα κι αν  κάποιες στιγμές περιέχει μια μικρούλα πονηριά, μια ελάχιστη υστεροβουλία, είναι τόσο αστείος ο τρόπος που την εκφράζουν, ώστε δεν μπορούν να την κρύψουν. Προδίδονται αμέσως, σε αντίθεση με τους μεγάλους που έχουν γίνει ειδικοί στην παραπλάνηση και σου εκφράζουν την ψεύτικη "αγάπη" τους με χίλιους τρόπους.  Πολλοί μάλιστα έχουν γίνει τόσο πολύ ειδικοί στο είδος, που άνετα ξεγελούν όχι μόνο ανθρώπινες μονάδες, αλλά και ομάδες ολόκληρες πληθυσμού, τάζοντας ακόμα και "λαγούς με πετραχήλια", μόνο και μόνο για να ευλογήσουν τελικά τα ίδια τους τα γένια.
Άμα, λοιπόν, από αγανάκτηση φτάσεις στα όρια σου και πεις "αρκετά με σας μεγάλοι, δεν αντέχεστε", έχεις άδικο;  Οχυρώνεσαι τότε υψώνεις τείχη γύρω σου και κρατάς μέσα από τα τείχη που ύψωσες μόνο τα παιδιά με τα πολύτιμα κοχύλια στα χέρια.  Γιατί τα παιδιά πάντα έχουν ένα ανεκτίμητο κοχύλι, ένα υπέροχο θησαυρό να σου προσφέρουν.  Την πανέμορφη καθαρή ψυχούλα τους, που όσες πονηριές ξέρει τις έχει μάθει μελετώντας τους μεγάλους.
          Εμείς είμαστε υπεύθυνοι για ότι κακό ξέρουν τα παιδιά αυτού του κόσμου.  Γιατί εμείς χαλάσαμε τον κόσμο και με το ελαφρυντικό πως τώρα αυτός ο κόσμος είναι σκληρός, δεν κοιτάμε να τον αλλάξουμε, αλλά προσπαθούμε να κάνουμε τα παιδιά μας  σαν κι αυτόν για να τα οχυρώσουμε τάχα.
          Εμείς που δεν υψώσαμε το ανάστημα μας σε κάθε κακία, βρωμιά και αδικία αλλά ή την οικειοποιηθήκαμε, ή την αφήσαμε να σέρνεται γύρω μας χωρίς να κάνουμε τίποτα άλλο παρά να τη σχολιάζουμε.  Έτσι δεν πάμε όμως μπροστά, φαίνεται απλώς να πηγαίνουμε.  Κι όταν το πρόβλημα μας χτυπά την πόρτα, τότε κοιτάμε να το λύσουμε όπως-όπως και να συνεχίσουμε να εθελοτυφλούμε για το αν είναι οι μέρες μας καλές και η ζωή μας χάλια, αλλά να μην μπορούμε να τη δούμε τι χάλι έχει. Τόση είναι η πώρωση μας...
          Εμείς χαλάσαμε τον κόσμο μας και κάναμε τον Ηλία και τον κάθε νεαρό Ηλία να κοκκινίζει και να σκύβει το κεφάλι, όταν κάποια στιγμή αποφάσισε να λειτουργήσει με το συναίσθημα και  να μας φέρει για δώρο το πανέμορφο κοχύλι που μάζεψε στην παραλία που έκανε διακοπές.    Γιατί αν κοκκινίζει από την καλώς εννοούμενη ντροπή του εφήβου που δείχνει εκείνη τη στιγμή την αγάπη του ή το σεβασμό του, όλα είναι καλά και άγια.  Δείχνουν πως το παιδί έχει ήθος, δεν το έχει καπελώσει η φτήνια του να υπολογίζεις τα δώρα που προσφέρεις με κριτήριο τον οικονομικό τομέα.  Αλλά αν σε μια γωνίτσα του μυαλού του σκέφτεται πως αυτό που προσφέρει δεν κοστίζει και γι’ αυτό κοκκινίζει, τότε είναι κι αυτός προϊόν αυτής της χαλασμένης μάζας που ονομάζεται "κοινωνία" και θα καταλήξει όπως και ο κάθε Ηλίας που τα πάντα τα δίνει μόνο την τιμή που ορίζει το καρτελάκι που κρέμεται επάνω τους.  Πιστό αντίγραφο των προηγούμενων που τον ανέθρεψαν τρέφοντας τον με αυτά που ορίζει ο κόσμος του χρήματος και υπακούν μόνο στα κελεύσματα του Μαμμωνά.
          "Αιδώς Αργείοι"!  Ας αφήσουμε τα παιδιά, το μέλλον, να πάρουν τις δικές τους αποφάσεις για το πως θα διαθέσουν τον εαυτό τους δημιουργώντας ένα καλύτερο κόσμο από αυτόν που έχουν παραλάβει.
          Ο κάθε Ηλίας πρέπει να έχει όχι απλώς το δικαίωμα, αλλά και την υποχρέωση να κοκκινίζει από ντροπή όταν απλώνει το χέρι για να προσφέρει χαρά σ' αυτόν τον κόσμο της απληστίας.



Κυριακή, 4 Σεπτεμβρίου 2016

ΟΣΟ ΠΥΚΝΑ ΚΙ ΑΝ ΕΙΝ' ΤΑ ΣΥΝΝΕΦΑ - ΚΡΙΤΙΚΗ ΑΠΟ ΤΟ ARTSCRIPT

Η Μαίρη Β είχε διαβάσει το μυθιστόρημα μου από την πρώτη έκδοση που δεν κυκλοφορεί πια στην αγορά. Την ευχαριστώ πολύ για την όμορφη κριτική της.

"Βιβλίο που όποια γυναίκα το διαβάσει θα ξυπνήσει τη φεμινίστρια μέσα της. Η Αφροδίτη ένα νέο κορίτσι με όνειρο να γίνει γιατρός και να βοηθάει τον κόσμο, εγκαταλείπει τις σπουδές της για τα μάτια ενός νεαρού επισκέπτη καθηγητή, γιού επιφανούς , δικηγορικής, οικογένειας των Αθηνών. Ο έρωτας της την σπρώχνει να αφήσει ό,τι αγαπά, σπουδές, οικογένεια, την πόλη που μεγάλωσε, και μαζί με τα παραπάνω και τα όνειρα της για να γίνει η σύζυγος του Άλκη. Κι ενώ η αγάπη είναι ο φάρος για τη ζωή της, ο Άλκης αρχίζει να δείχνει έναν άλλον χαρακτήρα, καθόλου γοητευτικό, σε σχέση με εκείνον που είχε όταν πρωτογνωρίστηκαν. Την υποτιμάει, της κάνει υποβιβαστικά σχόλια και την περιφέρει από δεξίωση σε δεξίωση σα να είναι αντικείμενο. Η Αφροδίτη δεν μπορεί εύκολα να συγχρονιστεί με την επιφανειακή αριστοκρατία των Αθηνών. Οχτώ χρόνια μετά το γάμο κι ενώ άλλη γυναίκα έχει μπει στην σχέση τους, δε διστάζει να σηκώσει χέρι πάνω στη σύζυγο του που θυσίασε τα πάντα για την αγάπη τους. Διαβάζοντας περίμενα πότε θα εξελιχθεί το βιβλίο, σύμφωνα πάντα με τα όσα γράφει το περιληπτικό σημείωμα στο οπισθόφυλλο του. Τελικά αυτό που θεωρούσα ως κύριο θέμα κατέληξε να είναι ο επίλογος και η δικαίωση της ηρωίδας. Ένα χαριτωμένο βιβλίο που κραυγάζει αυτό που συμβουλεύουμε όλοι χαμηλόφωνα τον εαυτό μας, «Μην παραίτησε από τα όνειρα σου και από αυτό που είσαι για κάποιον άλλον. Αν σε αγαπάει πραγματικά πρέπει να σε δεχτεί όπως είσαι μαζί και με όσα αγαπάς και ονειρεύεσαι».
Μαίρη Β


Τετάρτη, 8 Ιουνίου 2016

Κριτική του μυθιστορήματος μου στο ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ

Ευχαριστώ πολύ τη σελίδα "ΒΙΒΛΙΟ ΤΗΣ ΠΑΡΕΑΣ" για την άποψη που διατυπώνουν σχετικά με το μυθιστόρημα μου.

http://vivliopareas.blogspot.gr/2016/06/blog-post_52.html

Ένα αισθαντικό μυθιστόρημα που επικεντρώνεται στις ανθρώπινες σχέσεις δίνοντας έμφαση στα θέλω του καθενός και πως αυτά με την δικαιολογία του έρωτα παραμερίζονται από τα θέλω του συντρόφου. Η κεντρική ηρωίδα του βιβλίου, Αφροδίτη για χάρη του έρωτα στερεί τον εαυτό της από τις σπουδές και την καριέρα της για να παντρευτεί τον αγαπημένο της Αλκιβιάδη. Έπειτα από κάποια χρόνια η Αφροδίτη βρίσκεται σε ένα γάμο που της λείπει ο έρωτας και η συντροφικότητα…γιατι τα θέλω μας και ελπίδες δεν συμβαδίζουν πάντοτε με τον άνθρωπο που έχουμε δίπλα μας. Η Αφροδίτη μια όμορφη και έξυπνη γυναίκα βρίσκεται αναποφάσιστη, να διαλύσει ένα γάμο που δεν την καλύπτει πια η να προσπαθήσει να τον σώσει?? Και για να σώσεις κάτι δεν πρέπει να το θέλουν και οι δύο?? Και είναι η πρώτη φορά που της δίνεται η δυνατότητα να παίρνει η ίδια αποφάσεις με γνώμονα τα δικά της θέλω και όχι του άντρα της. Η συγγραφέας χρησιμοποιεί λόγο απλό και κατανοητό και περιγράφοντας την αγαπημένη της Θεσσαλονίκη επικεντρώνεται στο πιο σύνηθες πρόβλημα ων ζευγαριών, την έλλειψη επικοινωνίας. Μήπως τελικά η ευτυχία και κατ΄επέκταση η αγάπη βρίσκονται μέσα μας και χωρίς να τις ανακαλύψουμε πρώτα εμείς δεν μπορούν και να μας την προσφέρουν απλόχερα και οι άλλοι??

Ευα Νάτση - Χριστινα Μπίνου