ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Καλωσορίσατε στο ιστολόγιο μου. Εδώ θα βρείτε σκέψεις μου και φωτογραφίες μου. Τίς δυο αγαπημένες μου ασχολίες.

Ενημερώνω πως οτιδήποτε είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο μου, φωτογραφία μου ή κείμενο μου, έχει κατωχυρωθεί για πνευματικά δικαιώματα και επομένως ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να χρησιμοποιηθεί χωρίς την έγγραφη άδεια μου. Ευχαριστώ.
To your information: Anything uploaded in this blog has been through copyright procedure, thus any attempt of copying part or a whole is due to prosecution.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Δευτέρα, 10 Μαρτίου 2014

ΤΑ ΚΟΥΝΟΥΠΙΑ


Σ’ ένα μικρό κλαδάκι λυγαριάς συναντήθηκαν χτες βράδυ δυο κουνούπια. Ήταν κάτω στον κάμπο, μακριά από το κουνουποχωριό. Η καρδιά της που τόσες μέρες ήταν θλιμμένη, κλώτσησε.   Κάθισαν στην άκρη ενός φύλλου και τα λέγανε τα δυο τους.  Είχαν  μιαν έκφραση μισοχαρούμενη, μισοθλιμμένη….  Καθόμουν από κάτω και τα κοίταζα.  Είχαν συναντηθεί κι άλλες φορές, αλλά σήμερα ήταν σαν να βλέπονταν για πρώτη φορά στη ζωή τους.
Η θηλυκιά τα απόγευμα κάθονταν κοντά στο βάλτο και σκέφτονταν πώς να περάσει το βράδυ της.  Και τότε ήρθε ο αρσενικός και της πρότεινε να παν στις λυγαριές.  Τόσες μέρες την κοίταγε κι αυτή φοβόταν πως το βλέμμα του το μόνο που της έλεγε ήταν «θα σου πιω το αίμα!»  
«Δν μ’ αγαπά πια, δε με νοιάζεται»,   έλεγε μέσα της…. «Ότι ήθελε από μένα φαίνεται να τα έχει πάρει όλα….» 
‘Άρχισε να βάζει μαύρες σκέψεις στο μυαλό της… τρελά πράγματα….  Πως τάχα ήθελε να προβληθεί στους  άλλους και τέτοια… Τότε κούναγε το κεφάλι της για να της φύγει η σκέψη και  ένα  άγριο ζουζούνισμα ακούγονταν γύρω της.  Την έπιανε τρέλα στο ήχο του… «Πάει», έλεγε, «τελείωσε… Πριν να βγει αυτό το καλοκαίρι θα πεθάνω από το δραστήριο εντομοαπωθητικό της αδιαφορίας του.   Θα σβήσω τώρα που βλέπω τα μάτια του να με κοιτούν και να  είναι τόσο άδεια»…
Το σκεπτόταν πια στα σοβαρά…  Θα έκανε  κόμπο την καρδιά της, θα φιλούσε τα μικρά της κουνουπάκια  και πριν ακόμα αρχίσει να υποκύπτει στα συναισθήματα της   θα βουτούσε μια πάνω στο μηχάνημα του εντομοαπωθητικού που τη σαγήνευε τον τελευταίο καιρό  κολλημένο στην πρίζα…. 
«Πού ξέρεις;» σκέφτονταν μες τη θολούρα του μυαλού της. «Μπορεί από κει ψηλά να μπορούσε να ξεκαθαρίσει τα αληθινά συναισθήματα του γιγαντοκούνουπα που τη βασάνιζε τόσο….
Και ξαφνικά εκείνο το απόγευμα φαινόταν να έχει λήξει η αδιαφορία….  Της είχε προτείνει βόλτα…. Οι δυο τους μόνοι…. 
Είχε γαλήνη και ηρεμία εκεί στο κλαράκι  της λυγαριάς και ο χώρος θύμιζε κάπως τα μέρη που πήγαιναν όταν είχαν πρωτοσυναντηθεί.   Η θηλυκιά νόμιζε  πως θα ξέσπαγε σε κλάματα καθώς ένα κόμπος  της έσφιγγε το λαιμό  και μάταια προσπαθούσε να τον καταπιεί. 
‘Έμειναν ώρες πολλές εκεί, συζητώντας, ΄
Όμως τίποτα δεν θύμιζε τις παλιές καλές μέρες των πρώτων συναντήσεων. Κάπου τα αισθήματα ή είχαν χαθεί ή είχαν μεταβληθεί…  ‘Ένα ήταν  σίγουρο, ότι το κουνουποχωριό και ειδικά η γειτονιά, οι γύρω, είχαν βάλει το χεράκι τους σ’ αυτό.  Ευτυχώς δεν τους είχαν επηρεάσει άμεσα.  Κάτι φαίνονταν  πως κράταγε ακόμα…  Χωρίς να το συζητούν φανερά, ήταν βέβαιο πως προσπαθούσαν να λύσουν ένα πρόβλημα.  Προσπαθούσαν να ξανασυναντηθούν, να ξαναβρεθούν να ξαναγνωριστούν…  Ήταν όμως προφανές πως κάτι είχε χαλάσει… Μια λεπτή, ανεπαίσθητη κεραία είχε χαθεί…
Σκεπτόμενους όλα αυτά τους βρήκε το ξημέρωμα να συζητούν ακόμα.  Ουσιαστικά δεν φαίνονταν  προβληματισμένοι, όμως κάτι δεν πήγαινε καλά.  Ένα μικρό διαβολάκι γαργαλούσε με το νύχι του την άκρη της καρδιά τους, 

Γύρισαν το πρωί στο κουνουπόσπιτο και ήταν φανερό πως με μια μυστική και ανείπωτη συμφωνία απλά είχαν βάλει  το ζήτημα σε μορατόριουμ. Δεν γίνονταν κι αλλιώς. Το θέμα έπρεπε να λυθεί στη βάση του έστω και ετεροχρονικά… 

Τετάρτη, 5 Μαρτίου 2014

OI ΑΛΕΠΟΥΔΕΣ ΚΑΙ Ο ΑΓΑΘΙΑΡΗΣ ΚΟΚΟΡΑΣ



Μια φορά κι έναν καιρό, σ’ ένα αλεπουδοχώρι μαζεύτηκαν μια παρέα αλεπούδες και συζήταγαν κρυφά.  Είχαν βρει μια ευκαιρία για να βολευτούν και δεν ήξεραν πώς να την εκμεταλλευτούν.
Σκέφτηκαν, λοιπόν, πως ο καλύτερος τρόπος για να βολευτείς είναι να γίνεις πρώτα αρχηγός του αλεπουδοχωριού, για να μπορείς να διατάζεις και να εκμεταλλεύεσαι χωρίς να μπορούν να σε κουνήσουν.
Η ευκαιρία ήταν μια όμορφη κότα. Φαίνονταν νόστιμή, ζουμερή και λαχταριστή. Οι αλεπούδες μας έπρεπε να τη φάνε για να μπορέσουν να ανοίξουν το δρόμο προς το κοτέτσι. Έπιασαν τις πιο καλοπροαίρετες κότες του χωριού κι έναν αγαθιάρη κόκορα. Τους έταξαν μπόλικα κοτοπουλάκια και άφθονο καλαμπόκι και τον φουκαρά τον κόκορα τον έπεισαν πως θα γινόταν φίλος τους και δεν θα κινδύνευε να φαγωθεί από καμιά τους.
Αφού κατάστρωσαν τα σχέδια τους, και με τις ευλογίες του ανώτατου συμβουλίου της Αλεπουδοχώρας ξεκίνησαν για να κατακτήσουν την κότα των ονείρων τους. Οι αλεπούδες πήγαιναν μπροστά κι ο κόκορας από δίπλα χόρευε στο ρυθμό που του έπαιζαν. Μπροστά αυτές για την κατάκτηση και από πίσω ο χαζο-κόκορας να μαζέψει κι άλλες κοτούλες που θα πήγαιναν με το μέρος των αλεπούδων.
Τα βράδια οι αλεπούδες μαζεύονταν στην πλατεία κι έβγαζαν λόγους γεμάτους υποσχέσεις!
«Θα κάνουμε το κοτέτσι σας το πιο ωραίο της χώρας!»
«Θα φροντίζουμε τα κοτοπουλάκια σας!»
«Θα τα στείλουμε να μορφωθούν!»
Τέτοιους λαγούς  με πετραχήλια έταζαν!!!
Με το πες-πες τις έπεισαν τις κοτούλες να τους δώσουν την παχουλή την κότα, αφού υπόσχονταν πως δεν θα τη φάνε, αλλά θα την έχουν αρχόντισσα κυρά!
Και πράγματι  δεν την  έφαγαν! Είχαν άλλωστε τόσες άλλες κότες να ξεκοκαλίσουν…
Κι ο φουκαράς ο κόκορας; Ε, αυτός ήταν που μόλις τελείωσε η δουλειά τους τον ξέχασαν. Όχι μόνο καλαμπόκι δεν τον ξαναέδωσαν, αλλά και τη δική του την αγαπημένη κότα προσπάθησαν να τη φάνε….

Τώρα ο κοκορίκος μας το φυσάει και δεν κρυώνει, γιατί όταν η κοτούλα του του τα έλεγε δεν ήθελε να την ακούσει.