ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Καλωσορίσατε στο ιστολόγιο μου. Εδώ θα βρείτε σκέψεις μου και φωτογραφίες μου. Τίς δυο αγαπημένες μου ασχολίες.

Ενημερώνω πως οτιδήποτε είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο μου, φωτογραφία μου ή κείμενο μου, έχει κατωχυρωθεί για πνευματικά δικαιώματα και επομένως ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να χρησιμοποιηθεί χωρίς την έγγραφη άδεια μου. Ευχαριστώ.
To your information: Anything uploaded in this blog has been through copyright procedure, thus any attempt of copying part or a whole is due to prosecution.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 23 Δεκεμβρίου 2012

Η γλύκα της μνήμης




Εδώ και πόσην ώρα είμαι  στην κουζίνα… το ζυμάρι μπροστά μου  έτοιμο και δίπλα το ταψί με τη λαδόκολλα και το μπωλ με τα κοπανισμένα καρύδια ανακατεμένα με ζάχαρη, κανέλα και γαρύφαλλο…  Θα φτιάξω σαλιάρια… θα ξαναθυμηθώ  τα  Χριστούγεννα του τότε. Τότε  που σαν είχα πει  πως εγώ διαβάζω και δεν μπορώ να βοηθήσω στις δουλειές του σπιτιού, κανένας δε μου ζήταγε να φτιάξω τίποτα, κανένας δε μ’ έστελνε έστω και για ένα μικρό θέλημα στο μπακάλη ή στη γειτόνισσα…  Θεόσταλτο το διάβασμα, αλλά και ανασταλτικός παράγοντας τώρα που κοιτάω το ζυμάρι και μου φαίνεται κάπως… θες σκληρό, θες αλλιώτικο, και δεν έχω εικόνα πώς θα τα φτιάξω αυτά τα υπέροχα γλυκά που έφτιαχνε όλο το χωριό και μοσχοβολούσε ο τόπος. Γέμιζε το χωριό από τον ήχο των γουδιών μέσα   στα οποία κοπανούσαν οι νοικοκυρές τα μπαχαρικά και τους ξηρούς καρπούς, ακόμα και τη ζάχαρη για να την κάνουν άχνη. Σιδερένια  ή πέτρινα  τα  γουδιά και για πολλά σπίτια είδος πολυτελείας. Πολλές φορές ένα γουδί έκανε το γύρο της γειτονιάς. Μα απ’ όπου κι αν περνούσες  χρονιάρες μέρες άκουγες το τακ τακ από το γουδοχέρι και ανάσαινες βαθειά για να μυρίσεις…  Γέμιζαν τα σοκάκια από μυρωδιές της ανατολής, κανέλα και γαρύφαλλο, γέμιζαν τα ρούχα μας από άχνη ζάχαρη σαν προσπαθούσαμε κρυφά και στα γρήγορα να φάμε ακόμα ένα γλυκό, όσο κι αν ξέραμε ότι η μάνα τα είχε μετρημένα, όχι από τσιγγουνιά, αλλά για να μας αποτρέψει από τη λαιμαργία, αμάρτημα από το οποίο η έρμη δεν κατάφερε τελικά να μας γλυτώσει. Γέμιζε το στόμα μας και ο ουρανίσκος μας από γεύσεις γλυκές κι απόκοσμες… γεύσεις που σ’ έπαιρναν  και σε ταξίδευαν  σε κείνα τα μακρινά μέρη που ο δάσκαλος μας είχε πει πως  οι εξερευνητές εξ’ αιτίας  αυτών των υπέροχων γεύσεων είχαν φτάσει κι έτσι ανακάλυψαν  τον κόσμο, αυτών των υπέροχων μπαχαρικών που έκαναν τον Κολόμβο να βρει την Αμερική.  Κι εμείς, μικρά παιδιά, ακούγαμε κι ονειρευόμασταν…  Βλέπαμε μπροστά μας μακρινά εξωτικά μέρη,  με παράξενα φυτά και δέντρα που  ανέδυαν αυτές τις τρομερές ευωδιές  που  κάθε χρονιάρες μέρες μας κατέκλυζαν…
Παίρνω λίγο ζυμάρι στο χέρι μου και το κάνω μια μπαλίτσα. Πρέπει να βάλω μέσα λίγο από το μείγμα με τα καρύδια και τα μυρωδικά…  Το κρατάω μέσα στη χούφτα μου και με το  μεγάλο δάχτυλο του άλλο χεριού ανοίγω μια μικρή λακκούβα… βάζω μέσα λίγη γέμιση… κλείνω τη χούφτα μου και  πιέζω το ζυμάρι…. Σαλιάρ’ το λένε στα χωριά μας… γυμνοσάλιαγκας δηλαδή… άρα πρέπει  να είναι μακρουλό… πιέζω με το ένα χέρι  και σπρώχνω  με το άλλο τα ζυμαράκι που πάει να δραπετεύσει από τα πλάγια…. Φτιάχνω ένα μακρουλό σχήμα, χοντρούλικο στη μέση  και λεπτό στις άκρες, με εμφανή την πίεση από τα δάχτυλα μου στο «σώμα» του… σαν γυμνοσάλιαγκας…  Και ξαφνικά κατρακυλούν οι θύμισες απ’ το παρελθόν μεσ’ το μυαλό μου… εικόνες έρχονται μπροστά μου…  τα δάχτυλα της μάνας μου να πλάθουν σαλιάρια… τα προκομμένα χέρια της που ανάθρεψαν  τα τέσσερα παιδιά της με χιλιομαγειρέματα , φαγιά, πίτες, ψωμί, γλυκά…   Βλέπω τα δαχτυλάκια της να πιέζουν το ζυμάρι, βλέπω τη χούφτα της να το σφίγγει και να το δίνει σχήμα, βλέπω  τον ιδρώτα στο μέτωπο της, βλέπω το βλέμμα της να μας παρακολουθεί καθώς κοιτάμε και μαθαίνουμε… δεν μιλάει, δεν ενοχλεί με οδηγίες  την ιεροτελεστία… μας δείχνει με τα χέρια της, όπως ακριβώς μας έδειχνε με τις πράξεις της πώς να είμαστε  σωστοί σαν άτομα στην κοινωνία…
Ένα- ένα  τα γλυκάκια με το περίεργο όνομα γεμίζουν το ταψί μου και λίγο μετά μπαίνουν στο φούρνο να ψηθούν.  Ετοιμάζω το σιρόπι, βάζω την άχνη σε μια γαβάθα  και ξαφνικά συνειδητοποιώ πόσο αυτόματες είναι οι κινήσεις μου… σαν να το έχω κάνει όλο αυτό δεκάδες φορές…. Είναι σα να έχω τη μάνα μέσα μου και να κινεί τα νήματα  για να ολοκληρωθούν οι πράξεις  μου… σα να είμαι εκείνη και να ετοιμάζω για το τότε σπιτικό… τότε που ήμασταν μικρά και παρακολουθούσαμε τι έφτιαχνε…  Πόσο τέλεια μας φαίνονταν όλα!!! Και πόσο τέλεια  θα φαίνονται τώρα τα δικά μας φτιαξίματα στα παιδιά μας….  Έτοιμα ροδοκόκκινα τα σαλιαράκια μου και  μπλουμ μέσα στο σιρόπι και τούμπα μέσα στην άχνη….  Χιονισμένες πέτρες που τις  στοιβιάζω  μέσα σε μια πιατέλα με  ένα σχέδιο με τρύπες γύρω γύρω, την ίδια πιατέλα που η μάνα μου τα στοίβιαζε τότε…  -τι σου είναι το συναίσθημα-  και  την κουβαλάω προσεκτικά στην τραπεζαρία. Μοσχοβόλησε το σπίτι… μοσχοβόλησε η ψυχή μου απόψε…
Κάθομαι τώρα εδώ απέναντι τους και τα κοιτάω τα γλυκάκια της μάνας μου  καθώς κοπανάω το κείμενο μου στο πληκτρολόγιο και  το κάθε τακ από τα δάχτυλά μου είναι και ένα συναίσθημα, το κάθε κλικ είναι μια θύμιση που ξεπηδάει και ξεφυτρώνει από μέσα μου…. Κάθε μια λέξη είναι και ένα  ακόμα λιθαράκι στο οικοδόμημα που έχτισε  η μάνα μέσα μου  και  οι λέξεις γίνονται  προτάσεις, οι προτάσεις παράγραφοι και  το κείμενο μου κοντεύει να τελειώσει… Οι μνήμες όμως δεν θα τελειώσουν ποτέ γιατί τις θέλω για να με συντηρούν…  και φέτος για πρώτη φορά, εντελώς αυτόματα αποφάσισα να φτιάξω  αυτά τα γλυκά. Τώρα αντιλαμβάνομαι γιατί…  για τον ίδιο λόγο… για να κρατήσω τη μνήμη έντονη… Μέχρι πέρσι δεν τις είχα ανάγκη τις μνήμες, είχα την πραγματικότητα μαζί μου… είχα τη μάνα κοντά να κοιτάει, να χαμογελάει,  να κανακεύει και να συμβουλεύει.  Μα τώρα που ταξίδεψε  για κει που ετοιμάζονταν όλη της τη ζωή – και εύχομαι να της το έκανε το χατίρι   Εκείνος- τώρα που έχω μια ελπίδα να ξαναδώ τα χεράκια της να ξαφτιάχνουν γλυκά και να γεμίζουν το είναι μου με μνήμες, τώρα αποφάσισα να πάρω τη σκυτάλη… αποφάσισα να βάλω το ζυμάρι μέσα στη χούφτα μου και να τη σφίξω για να σχηματίσω τη γλύκα της μνήμης που θα ακολουθήσει την επόμενη γενιά…. Αν τα καταφέρω… 

Πέμπτη, 8 Νοεμβρίου 2012

ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ




Στους σκοτεινούς τους δρόμους της ψευτιάς
Να βρούμε το δίκιο μας σαν άτομα ζητάμε…
Χάθηκαν οι μέρες του «σου δίνω», «είναι δικό σου»
Χάθηκαν οι μέρες του «θέλεις» και του «πάρε»…
Συννεφιάζει τώρα…
Η οργή του Δία ορίζει το δρόμο μας!
Μας σπάζει τα μυαλά!
Θαρρείς ο Όλυμπος θα πέσει στα κεφάλια μας!!!

Κι ως οπισθοχωρούμε για ν’ αποφύγουμε την ποθητή σύλληψη
Λέμε σ’ αγαπώ ο ένας  τον άλλον
Και  καλημέρα
Στις υποχρεώσεις  που στενάζουν και μας πνίγουν
Ωσάν τα αγρίμια του ωκεανού
Που σπάνε  ανείδωτα στον κόλπο της γης
Δίνοντας ζωή και ήχο
Στα σπασμένα κοχύλια των αυτιών των συναισθημάτων
Του ακαταλαβίστικου εγώ μας.

Χάθηκε μαζί του η ΖΩΗ
Χάθηκε κι η Ατλαντίδα!!!

Κι ως ανασαίνουμε βαριά
Σαν την κραυγή του Εγκέλαδου
Που χτυπά την πόρτα των σπλάχνων της Γης
Έξω για να βγει,
Αρχίζει πάλι το τρελό παιχνίδι
Με το θάνατο και τη ζωή
Με το εγώ και το εσύ
Με την ύπαρξη και την αφάνεια
Με τη χαρά και με τη θλίψη
Με τον πόνο και την ανακούφιση
Με τη ζωή και με το θάνατο…

                                    {Δεκέμβρης του ‘81}

Τετάρτη, 7 Νοεμβρίου 2012

Ο,ΤΙ ΟΜΟΡΦΟ




Κι όταν μια μέρα
Στο κατώφλι θα βρεθείς
Της ζήσης
Το παλιό, το ξεβαμμένο
Και πάλι πριν να βγεις
Πρέπει να δεις
Τι αφήνεις πίσω όμορφο
Και ξεχασμένο.

Πάρε μαζί σου μια ανάμνηση παλιά
Μα όμορφη και ξένοιαστη
Κι ακόμα
Πάρε μαζί σου κάποια αγκαλιά
Κι ένα γλυκό
Και βελουδένιο στόμα.
                                     {Εφημερίδα  «ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ», 25-08-1970}


ΜΗΝΥΜΑ




Πριν η μέρα τούτη περάσει στην αιωνιότητα
Ας  πούμε ένα αντίο
Στους καημούς και τις λύπες
Που μας άφησαν πια.
Πριν βυθίσουμε το κάθε τι στη λήθη
Ας κρατήσουμε μέσα μας
Το ρυθμό της εποχής
Που αύριο θα είναι χτες.
Κι ας δώσουμε άφεση αμαρτιών
Σ’ όποιον  μας έφερε  τα δάκρυα στα μάτια.

Αύριο θάναι μια καινούρια μέρα
Αύριο η ζωή
Θα συνεχίσει το ατέρμονο ταξίδι της
Μέχρι να γίνει χτες…

                                                            Απρίλης ‘77

Τρίτη, 6 Νοεμβρίου 2012

ΤΡΙΛΟΓΙΑ ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ




Ι.
Μια νύχτα σαν απόψε
-μοναξιάς-
Σα δε μπορώ 
τα μάτια σου να δω
Στον καθρέφτη
Που συχνά αγναντεύαμε το βάθος μας
Θα κοιτώ να σ’ ανταμώσω…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~


ΙΙ.
Μια μέρα σαν και τώρα
-ερημιάς-
Σα δε μπορώ
Της φωνής σου τον ήχο ν’ ακούω
Στον άνεμο
Που συχνά μονολογούσαμε
Θ’ αφουγκράζομαι
Της μελωδίας σου οι νότες
Να με χαϊδεύουν…

~~~~~~~~~~~~~~~~~~~~

ΙΙΙ.

Ένα καιρό
Μακριά που θάσαι
-στην εγκατάλειψη-
Σα δε μπορώ
Μήτε ν’ ακούω, μήτε να βλέπω
Στο βάθος της ψυχής μου
Τα μάτια σου θα βρίσκω
Στα κοχύλια των αυτιών μου
Τους τόνους της φωνής σου…

                                    {5-12-1971}


ΚΑΘΑΡΟΤΗΤΑ




Το ίδιο ανόητο μοτίβο θα επαναλαμβάνεται
Ώσπου ο καθένας να χαθεί
Μη κρύψεις τη λύπη σου
Για τη ζωή των άλλων στο βάθος της ψυχής
Ριξτην στον ουρανό
Για να τη βλέπουν όλοι
Δεν έγινη ψυχή για να μαζεύεις
Ταπορρίματα του κόσμου.
Σύναξε ότι ωραίο γίνεται
Από ανθρώπου χέρι.
Μια πέτρα βάλε στο γεφύρι
Που θα συνδέσει το χτες με το σήμερα
Και θα γκρεμίσει τις συνήθειες
Που καταστρέφουν την ομορφιά της ζωής.

                                                     {Απρίλης '77}

Δευτέρα, 5 Νοεμβρίου 2012

Mια δήλωση… μια διαπίστωση…




Γυρίσαμε στην αναζήτηση
Προσπαθώντας να βρούμε τον εαυτό μας
Με τα φτερά της θύμησης.
Η κατάρα των πράξεων μας
Ο αδέκαστος κριτής του παρελθόντος
Αργοκουνιέται
Σαν το μαχαίρι της γκιλοτίνας
Πάνω απ’ το κεφάλι μας.
Η ταχύτητα αυξάνεται
Το stress -κατά τη high society- μεγαλώνει.

Έγινες ολόκληρος μια πόλη
Οι αγάπη  μας, οι αγάπες μου
Οι έρωτες, το λογικό μου…

Με πνίγεις πόλη!
Με πνίγεις περιβάλλον ανιαρό…

Αχ  πόλη!
Η καρδιά μου έγινε κομμάτια
Σαν τις δραχμούλες των ζητιάνων
Που αργοστενάζουν σέρνοντας τα πόδια τους
Μπρος στα σκαλιά, την Κυριακή, της εκκλησίας…

Αχ πόλη!
Περιβάλλον της ψευτιάς και της αλήθειας
Περνάς επάνω μου
Ζητώντας μόνο την ικανοποίηση
Την επιβεβαίωση του ανδρισμού σου
Της δύναμης
Που θαρρείς πως κρύβεται μέσα σου.

Αχ  πόλη!
Να μπόραγες να καταλάβεις
Πώς πονάει η κίνηση σου
Το μαρτύριο που με υποβάλλεις.

Αχ  πόλη!
Νάχες τη δύναμη να νοιώσεις
Τις δεκαρούλες της ψυχής μου
Να τις ακούσεις καθώς χτυπούν
Πέφτοντας και κομματιάζοντας τη σιωπή
Στο πάτωμα της υποκρισίας
Στο κρεβάτι του εγωισμού
Στο βάθος της αλήθειας…

Αχ πόλη!
Νάβγαζες μόνο για λίγο τα φτιασίδια
Της ομορφιάς ανάμικτης με την ψευτιά…
Να μπορούσες  νάπιανες για λίγο
Τους λεπτούς ήχους της κιθάρας
Του συναισθηματισμού μου
Της ψιλές νότες της κρυφής αγάπης μου
Για σένα…

Αχ πόλη!
Να μούδινες την εξιλέωση
Με ανυπόκριτη αγάπη απέναντι μου…

Αχ πόλη!
Τα χέρια που απλώνεις
Δεν είναι για να δώσουν
-όπως κάποτε-
Μα για ν’ αδράξουν αυτό
Που δικαιωματικά νομίζεις πως κατέχεις…

                                                            {Δεκέμβρης '81}




Πέμπτη, 9 Αυγούστου 2012

«Η αβάσταχτη ελαφρότητα» του «ενδιαφέροντος»



            Γράφει η Μαρία Χασάπη-Σιδερά
Μάιος! Και εξετάσεις! Και άγχος τρελό! Πώς θα τα πάνε οι μαθητές μας άραγε; Τι ποσοστά θα μας δώσουν φέτος;  Τελευταίες μέρες  μαθημάτων και προετοιμασίας κι εμείς, συνάδελφοι,  να πούμε και τούτο, να τους θυμίσουμε κι εκείνο, να τους τονίσουμε και τ’ άλλο, να τα ξυπνήσουμε κι από το λήθαργο του «ε και; Καλά ρε κυρία, εκατό φορές μας τάπατε», γινόμαστε στ’ αλήθεια ράκος.
Και φτάνει επιτέλους η μέρα των εξετάσεων! Πρωί πρωί μπροστά στην πόρτα του εξεταστικού κέντρου, οι υποψήφιοι, οι μαμάδες –«πάρε ένα νερό μαζί σου μη διψάσεις, πουλάκι μου, και δεν έφαγες και το τοστ σου το πρωί θα πεινάσεις μέχρι να τελειώσετε από κει μέσα»- και οι μπαμπάδες  τους –«άντε καλή επιτυχία, τράβα μέσα  πριν πνίξω τη μάνα σου που σε ζορίζει» και κερασάκι στην τούρτα οι καθηγητές τους –«μην ξεχάσετε  να  κάνετε παραγράφους στην έκθεση», «μην ξεχάσετε τη σειρά των λέξεων στην πρόταση», «Γιώργο, με if  και ενεστώτα η απόδοση θέλει μέλλοντα, αλλά θυμήσου όχι πάντα!». Κι ο έρμος ο Γιώργος κι ο κάθε Γιώργος φουσκώνει, φουσκώνει και δεν ξέρει πού να ξεσπάσει… στη μαμά με το νερό  και το τοστ, στη δασκάλα του που  τώρα θυμήθηκε πως αυτός δεν θυμόταν τον Α’ Υποθετικό όλη τη χρονιά, να σκεφτεί πως εκεί που μπαίνει είναι ένας άγνωστος χώρος και  όλοι του έχουν πει πως ένα χαρτί το χρειάζεται οπωσδήποτε και  πρέπει να το πάρει  αφού τόσοι άλλοι τόχουν πάρει;  Μπάχαλο το μυαλό του Γιώργου πρωί πρωί… 
Ευτυχώς χτυπάει το κουδούνι.  Οι υποψήφιοι μπαίνουν μέσα στο κτίριο και έξω αρχίζει η ώρα της αυλής και των πηγαδακίων.  Γονείς και  δάσκαλοι θα περιμένουν απ’ έξω μέχρι να βγουν τα βλαστάρια τους για να τα βομβαρδίσουν με ερωτήσεις. «Πώς έγραψες;», «Πώς ήταν το ακουστικό μέρος;»,  «Τι έκθεση έπεσε;»   και τόσες άλλες σε μορφή καταιγισμού στο κεφάλι ενός παιδιού που  τις προηγούμενες  δυο ή τρεις ή πόσες ώρες είχε στίψει το μυαλό του για να φανεί αντάξιο  των προσδοκιών της μάνας του, του πατέρα του και του δασκάλου του.  Κάνεις δεν το ρωτάει  αν κουράστηκε τόσες ώρες εκεί μέσα, αν ζορίστηκε, αν αγχώθηκε, πώς ένοιωσε. Όλοι θέλουν απλά να μάθουν τι έκανε.  Τελικά ρωτούν και ενδιαφέρονται για το παιδί ή  ο καθένας για τον εαυτό του;  Χωρίς να θέλω να σας πληγώσω, πιστεύω πως οι γονείς ρωτάνε για να μπορούν να μεταφέρουν την είδηση στους φίλους και συγγενείς τους ή για να μαλώσουν το παιδί τους που δε διάβαζε όσο έπρεπε και  οι δάσκαλοι για να δείξουν το αμέριστο ενδιαφέρον τους μπροστά στους γονείς –και ενδεχομένως στους άλλους συναδέλφους τους που είναι παρόντες και έτσι να ανεβάσουν το γόητρο τους και του σχολείου τους στα μάτια όλων.  Τον καημένο το Γιώργο που έχει βγει μ’ ένα κεφάλι καζάνι από την τάξη, ποιος τον νοιάζεται τελικά;
Τελειώσαμε με τα γραπτά και δεύτερη παρτίδα τα προφορικά. Το σκηνικό ίδιο, οι οδηγίες ανάλογες και τα πηγαδάκια απαραίτητα. Με το που σκάει μύτη ο πρώτος που τελείωσε πέφτουν όλοι επάνω του. -«Τι σε ρώτησε?» 
-«Μπλα μπλα, μπλα μπλα, μπλα μπλα….»
Κι αμέσως μετά πηγαδάκι δασκάλου και υποψηφίων:
«Αν σας ρωτήσει τα ίδια, να πείτε αυτά, κι αυτά κι αυτά….» 
Οι γονείς κοιτούν και αποθαυμάζουν. Πω πω! Μέχρι την τελευταία στιγμή τους μαθαίνει!  Έτσι έκανε και το πρωί.  Το ενδεχόμενο να μην ρωτήσουν οι εξεταστές τα ίδια, το γεγονός πως  ο καθένας αυτά που ξέρει λέει κι αν δεν ξέρει δε λέει, ούτε που περνά απ το μυαλό τους.  Στόχος επετεύχθη.  Δείξαμε πρόσωπο έστω και την τελευταία στιγμή! Άσε που μας έβλεπαν και οι γονείς των μαθητών από το απέναντι  Φροντιστήριο και σίγουρα έλεγαν «κοίτα πώς τα νοιάζεται τα παιδιά της  εκείνη η δασκάλα!» 
Η δασκάλα, που στην καλύτερη περίπτωση  είναι τόσο ψυχοπονιάρα που προτείνει να πει «δυο λόγια» και στους υποψήφιους της συναδέλφου που τυχαίνει να μην είναι εκεί… έτσι για να τα βοηθήσει τα καημένα που έμειναν έρημα και ορφανά σε μια αυλή σχολείου.  Στη δε ερώτηση της, «πού είναι η κυρία σας;» και το σχόλιο της, «μα  ακόμα και οι προπονητές πάνε μαζί με την ομάδα στον αγώνα», έχω να απαντήσω το εξής: «Οι προπονητές, όχι οι δάσκαλοι, αγαπητή «συνάδελφε».  Και στον αγώνα, όχι στις εξετάσεις».
Εκτός εάν έχετε μπερδέψει τον Πλάγιο λόγο που πρέπει να τον διδάξετε εγκαίρως μέσα στην τάξη σας κι όχι στην αυλή του εξεταστικού κέντρου στο παρά πέντε, αν τον έχετε μπερδέψει με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου: «Τον αγώνα τον  καλόν ηγώνισμαι , την πίστην τετήρηκα, τον δρόμον τετελεύκα…» 
Εμείς έχουμε ακόμα πολύ δρόμο και εννοούμε τους  αγώνες να τους δίνουμε στη διάρκεια της χρονιάς κι όχι στο παρά πέντε.  Και τις ρήσεις του Αποστόλου Παύλου και των λοιπών πεφωτισμένων  πατέρων,  τις έχουμε κάνει βίωμα κι όχι εφαλτήριο για να αναδειχτούμε εις βάρος των συναδέλφων μας.
Καλό καλοκαίρι συνάδελφοι και  εύχομαι να βαίνουν όλα ομαλά στη ζωή σας.

Παρασκευή, 20 Απριλίου 2012

ΞΗΜΕΡΩΣΕ;




ΞΗΜΕΡΩΣΕ; 





Παρασκευή πρωί... μια βδομάδα πριν κλείσουν τα σχολεία για το Πάσχα. 7:30. Τσάντα, παπούτσια και κατηφορίζω την Προφήτη Ηλία. Στην Κασσάνδρου ησυχία. Πιο κάτω η Αγίου Δημητρίου είναι κάπως. Ένα δυο στρατιωτικά αυτοκίνητα. Άμα είσαι παιδί δε βάνει ο λογισμός σου. Στην Ολύμπου σταματώ για να περάσει μια φάλαγγα στρατιωτικά φορτηγά.  Η σκέψη μου κολλάει... πού πάνε πρωί-πρωί; Γιατί άμα είσαι παιδί δε νοιώθεις τη μουγγαμάρα του κόσμου που περπατά στο δρόμο.  Μόνο νοιώθω πως η ατμόσφαιρα είναι κάπως...
Στο καθορισμένο σημείο στέκομαι και περιμένω τη Ρούλα. Συμμαθήτρια, κατεβαίνει κάθε πρωί το λοξό δρόμο απ' το Υπουργείο, συναντιόμαστε και συνεχίζουμε μαζί για το σχολείο.  Από μακριά με φωνάζει!  
"Δεν θα έχουμε σχολείο!  Έγινε στρατιωτικός νόμος!  Πήραν την αδερφή μου εξορία χτες το βράδυ..."
Τρομάζω... εξορία;  Τι είναι στρατιωτικός νόμος;  Της κάνω σσσσσςςςς.... με το δάχτυλο στο στόμα.  Εκείνη συνεχίζει...
 "Έγινε στρατιωτικός νόμος, σου λέω!"  
Δεν ξέρω τι είναι, αλλά τρομάζω και της ζητάω να μη φωνάζει.  Κατεβαίνουμε την Αριστοτέλους, παντού στρατιωτικά αυτοκίνητα  με μεγάφωνα. 
 "Γυρίστε σπίτια σας, απαγορεύεται η κυκλοφορία".
 Ο κόσμος σιωπηρός, περπατάει βιαστικά, η ατμόσφαιρα ασήκωτη, βαριά κι εμείς συνεχίζουμε.  Πρέπει να πάμε στο σχολείο.  Στη στάση του λεωφορείου στην Τσιμισκή κόσμος πολύς και λεωφορείο μηδέν.  Ξεκινάμε με τα πόδια. Δεκαπέντε στάσεις με τα πόδια. Και τα μεγάφωνα να φωνάζουν να γυρίσουμε σπίτια μας. Κι εμείς εκεί. Παιδιά...  Στη Διαγώνιο ξανασταματάμε στη στάση. Έχει πάει πια 9 η ώρα.  Περνάει ένα ταξί.  Μέσα η Θεολόγος, μας κάνει νόημα να βιαστούμε να πάμε στο σχολείο και το ταξί της συνεχίζει.   Δεν είμαστε καλά!  Πρώτη ώρα Θρησκευτικά -Δογματική, η Θεολόγος να μας κάνει νοήματα για να βιαστούμε και τα μεγάφωνα να μας φωνάζουν να πάμε σπίτια μας.  Δεν είμαστε καλά!  Πίσω στα σπίτια μας και γρήγορα!   Ανάμεσα στην εντολή της Χούντας και της Θεολόγου, διαλέγουμε τη Χούντα, γιατί είμαστε παιδιά...
 Κι εκεί απ' έξω από το Υδραγωγείο στην Κασσάνδρου έχω την πρώτη μου επαφή με το Στρατιωτικό Νόμο.   Ο φαντάρος που φυλάει το Υδραγωγείο γυρίζει την κάνη του όπλου προς τα λάστιχα ενός Τoyota και του ζητάει να μην παρκάρει μπροστά στην πόρτα του Υδραγωγείου.  Πρώτη φορά βλέπω όπλο να σημαδεύει και γίνομαι καπνός.  Η μάνα μου με στέλνει στο φούρνο.  Η ουρά τεράστια.  Ο κόσμος θέλει να εξασφαλίσει ψωμί. Φοβάται. Μια γριούλα μπροστά μου κλαίει. 
"Γιατί κλαις γιαγιά;" τη ρωτάω. 
"Στρατιωτικός νόμος, παιδί μου. Ξέρεις τι θα πει;  Δεν ξέρεις γι' αυτό ρωτάς. Μην το ρωτάς, θα μάθεις και θα δεις."  
Κι άκουσα από την πρώτη νύχτα  το απόσπασμα με τις αρβύλες να βροντούν στο Ρωμαϊκό πλακόστρωτο της γειτονιάς μας  όλη τη νύχτα. Γκραπ, γκραπ, γκραπ....
Ξημέρωνε από 21 προς 22 Απριλίου.
Ξημέρωνε; Ακόμα τον ακούω τον ήχο της αρβύλας... Ξημέρωσε;



Πηγή φωτογραφίας: http://www.otherside.gr/2012/08/paizontas-me-tis-skies/