ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Καλωσορίσατε στο ιστολόγιο μου. Εδώ θα βρείτε σκέψεις μου και φωτογραφίες μου. Τίς δυο αγαπημένες μου ασχολίες.

Ενημερώνω πως οτιδήποτε είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο μου, φωτογραφία μου ή κείμενο μου, έχει κατωχυρωθεί για πνευματικά δικαιώματα και επομένως ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να χρησιμοποιηθεί χωρίς την έγγραφη άδεια μου. Ευχαριστώ.
To your information: Anything uploaded in this blog has been through copyright procedure, thus any attempt of copying part or a whole is due to prosecution.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Τετάρτη 28 Σεπτεμβρίου 2011

Το Φεγγάρι και η αράχνη...

Διπλή τέχνη...

Αναμπουμπούλα....

Άποψη της Γουμένισσας από τη Γρίβα

Κτήμα στο Μπαΐρι

Το Πάικο από το σπίτι μου

Φράγμα λίμνης Μεταλλείου

Tο καράβι φεύγει....

Τετάρτη 21 Σεπτεμβρίου 2011

Blister in the Sun - Γιάννης Σιδεράς


Βροχή μου - Γιάννης Σιδεράς











Δευτέρα 19 Σεπτεμβρίου 2011

Παρωδία για όπου βάλει ο νους σας.

Θάνατος είναι τα τακούνια που χτυπάνε
στους άδειους δρόμους και στα καλντερίμια.
Θάνατος οι γυναίκες που το κέρατο τραβάνε
κι ύστερα λένε πως τις ξεγελάσανε οι άντρες τα αγρίμια.
~~~
Θάνατος οι Κατίνες στα μπαλκόνια
που χτίσαν με λεφτά απ τη Γερμανία
θάνατος να κοιτάς της διπλανής τα άσπρα σεντόνια
που όλο τα πλένει με Tide omatic και μανία.
~~~
Θάνατος είν' η φεμινίστρια που ξυπνάει
και τσιγαράκι εν μέσει οδώ ανέμελα καπνίζει
θάνατος η κυράτσα που γυρνάει
και με το Marlboro στο χέρι το κουτσομπολιό αρχίζει.
~~~
Ω πατριδούλα μας με τ άσπρα σου τα κράσπεδα
θες να  ξυπνήσεις αλλά η τσίμπλα σου το σφάλισε το μάτι.
Ω πατριδούλα μας με τη μοκέτα ή το overlay στο πάτωμα
που προσπαθείς να βγάλεις τ' αλλουνού το μάτι!

Εδώ η ζωή μας έχει κάτι από επανάσταση
και δε χορταίνω όσο κι αν σε φτύνω
γι αυτό ή φόρεσε Lacoste και πάνε στην Ανάσταση
ή κλεισ' τα μάτια σου και μάσα το κινίνο.....

Ο υπεραιωνόβιος πλάτανος στην Αξιούπολη


Κυριακή 18 Σεπτεμβρίου 2011

Το Πάικο στη μπλε ώρα!!!


Με φόντο το Πάικο


Ανατολή σαν όνειρο....


ΜΠΙΖ ΜΠΙΖ




Θα σου σκαρώσω χίλιες σκέψεις στη στιγμή

γιατί τα έφαγα κι εγώ με το κουτάλι 

τα κοπανίσματα που τρώει η μπιζ μπιζί 

κι η κούτρα μου μυαλό δεν έχει βάλει . 


Μια μέρα  κυρία Μπιζ μπιζί 

με κάλεσε να πιούμε καφεδάκι 

και μούβγαλε σα νάτανε γιορτή 

κουλούρια, τούρτα, ένα ντρινκ, ουζάκι και σουβλάκι. 

Και πριν προλάβω να καθίσω στην καρέκλα 

πήρε αμπάριζα κοιτώντας να ξεβγάλει 

όλα τα άπλυτα της γειτονιάς, της επαρχίας

της νότιας Σερβίας και της Αλβανίας. 


Η μπιζ μπιζέ κουλτούρα πώς μ αρέσει 

με πήρε μπάλα η μπιζμπιζίδικη ζωή 

βλέπω να ψάχνω Μαργαρίτικα μεράκια 

και να το παίζω μείον μπιζμπιζιδική. 

Γιαυτό σας ικετεύω μπιζμπιζάκια 

ξεχάστε το μπιζ μπιζ, τρέξτε μπροστά 

πέστε στις μπιζμπιζούδες σαν κοράκια 

και πριν προλάβουν να σας πάρουν τα μυαλά

ξεκαραφλιάστε τις τραβώντας τα μαλλιά. 

Ιερά Μονή Οσίου Νικοδήμου - Πεντάλοφος Παιονίας


Τα παιδιά του Γιώργου και της Τζένης


Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Love is a click...

{Part of my novel under the title "Love is a click" that was written in 2000}

“You are my last thought at night and the first one in the morning,” she recalled his words which were also hers the moment she woke up the next morning. She made a cup of coffee and she went out in the balcony to drink it. She sat at the table and looked around. Everything was green, the birds were singing, her rambling roses in full bloom were hugging the house. The air was scented and was promising of a wonderful day to come. Warm Greek spring. It 
was always marvelous. She was drunk by the beauty around her and felt so lonely..…
Two days ago, when they had last chatted, he had asked her to do him a favour
 before she went to bed.
-What do you want me to do?
-Go out into the garden and stay there for me for a while.
-Ok, I will listen to the nightingales mating.
-Don’t mention this word.
-Do u mind the word? [she teased him.]
-Since I know u r alone there…
-I won’t be alone…I’ll be with u…
-I will be there too. Hugging u and whispering into your ear words that
 are unspeakable…
-Say them…
-No.
-Say them now…
-Love…
-What? I can’t hear u.
-Love, please go….
-I will. With your presence next to me….
She did. The night was warm and the nightingales were there. Mating. 
He was not there to whisper into her ear. She looked up in the sky. 
The stars were twinkling, smiling at her. “Greece is an exotic place,”
 he had once told her. “It isn’t,” she had answered, “it’s not like Barbados.”
 “Compared to where I live, it is.” He insisted. He had been right. 
Greece was an exotic place. A dream place. However, she was in the 
garden alone. “Where are you?” she asked. There was no answer. “Why
 should I feel the warm night alone? Why should I listen to the birds 
alone? Why should I be illusioned to feel your presence? Who do I owe
 all this torment? What have I done in my life to be punished this way?”
She went upstairs and lay in bed. What was happening to her was schizophrenic. She was lying next to her husband but had convinced herself that she was lying next to him. “If this isn’t an illusion, what is it then?” she thought. “Good night love, far away passion…” was her last thought before she fell asleep that night.
And now it was morning. A spring wonderful morning and she was 
sitting there alone. “Damn it” she thought, “I can’t stand this loneliness.
 Why isn’t he here with me? We would be sitting one opposite the other
 talking, laughing, enjoying the spring morning, getting warm by the 
sun and the pleasure of having each other.” She looked at her watch. 
It was nine in the morning. “Your time” as he used to say. It was seven 
for him. He must have woken up by now, getting ready to go to work,
 drive the four miles across town to get there and probably it would 
be raining and it would be dark. The rain would be cold and he would 
be feeling miserable. He would be thinking of her, while listening to 
a song they both loved on the radio. “Hope it will be a sunny day 
there today. No rain. Just to make you feel you are in the same
 country with me. Have a nice day sweet heart. Either rainy or not.
 Be sure my thought is with you and will follow you all day. 
Be well and happy. I’ll be thinking of you.”
She got up and went inside the house. There were a lot to do today.
 She would cook for him, clean the house for him, go for a walk in
 the sun for him, touch the roses in the garden for him, listen to
 the birds singing for him, smell the spring fresh air for him, taste
 a bitter chocolate for him. She would be illusioned by the thought
 that she was expecting him to come back from work in the evening.

ΤΖΙΝΤΖΕΡ


Το να είσαι γάτος είναι μια ιστορία με πολλά πλυν και συν. Εξαρτάται από το αν είσαι γάτος του σαλονιού ή γάτος του κεραμιδιού. Και πάλι υπάρχουν τα συν και τα πλυν άσχετα αν κατοικείς στο σαλόνι ή στο κεραμίδι. Το θέμα είναι πως το παίρνεις ο ίδιος, όντας γάτος ή και γάτα ακόμα...
Γιατί και ο κάθε γάτος όπως και ο κάθε άνθρωπος έχει τα πλυν του και τα συν του, αυτά που "πάει" κι αυτά που δεν "πάει". Ή ακόμα αυτούς που "τον πάνε" κι αυτούς που δεν "τον πάνε".
Τώρα θα μου πείτε, είναι δυνατόν ένας γάτος να εξαρτάται συναισθηματικά από το αν τον συμπαθούν οι άλλοι γάτοι ή όχι; Κι όμως ναι! Όπως ακριβώς και οι άνθρωποι ... Κι όσο και να λέμε πως δεν μας νοιάζει αν μας συμπαθούν οι άλλοι ή όχι, όλοι ξέρουμε πως μας νοιάζει και μας κόφτει, και μάλιστα πολύ. Απλώς δεν το δείχνουμε, όπως δεν το δείχνει και η γάτα μας, η Τζιντζερ, που κάθε φορά που τη βλέπω ανεβασμένη στο τραπέζι, αρχίζω να βγάζω βρυχηθμούς λιονταριού κι εκείνο το καημένο με κοιτάει και κατευθείαν πάει και κρύβεται πίσω από τον καναπέ. Που να καταλάβει μια γάτα πως δεν ανεβαίνουμε στο τραπέζι; Εδώ ο κάθε Αμερικανός Επιχειρηματίας δεν το καταλαβαίνει και μιλάει στο τηλέφωνο έχοντας τις ποδάρες του μαζί με τα παπούτσια ανεβασμένες στο γραφείο... Όμως ποτέ δεν με γρατσούνισε γιατί τις βάζω τις φωνές ή την πετάω από το τραπέζι κάτω, ενώ αν έκανα το ίδιο με τον Αμερικανό Επιχειρηματία σίγουρα θα δημιουργούσα Διπλωματικό επεισόδιο. Αλλά βλέπετε η γάτα μας δεν είναι υπήκοος του Πλανητάρχη, μια σκέτη γατούλα είναι. Του σαλονιού μεν, αλλά γατούλα.
Η Τζίντζερ μας, λοιπόν, είναι μια γάτα του σαλονιού. Με κοκκινόξανθο τρίχωμα, εξ' ου και το όνομα της, με φουλαράκι στο λαιμό και μια τεράστια φουντωτή ουρά, που την κουνάει πέρα δώθε καθώς περπατά καμαρωτή καμαρωτή. Μας ξυπνάει το πρωί, έτσι δεν χρειαζόμαστε ξυπνητήρι, μας τρώει το περίσευμα του φαγητού κι έτσι δεν καταναλώνουμε πολλές σκουπιδοσακούλες , ούτε βρωμάνε τα σκουπίδια μας και το πιο σημαντικό απ' όλα ούτε καν νιαουρίζει... Χαζή είναι να παραπονεθεί; Και φυσικά δεν μιλάει αφού είναι γάτα. Η ιδανική συγκάτοικος δηλαδή. Αφήστε που μας ζεσταίνει όταν ζαρώνει κοντά μας για να κοιμηθεί.
Μια τέτοια συγκάτοικος για μας δεν έχει πλυν, κι αν έχει είναι τόσο μικρά που ούτε φαίνονται... Τώρα αν έχουμε εμείς πλυν απέναντι της, τι να σας πω δεν ξέρω... Αν ήταν ανθρωπος όμως είμαι σίγουρη πως θα είχε και δεν θα έχανε την ευκαιρία και να μας τα δείξει με οποιονδήποτε τρόπο... Γιατί οι άνθρωποι έχουν δει την συμβίωση σαν μέσο για να εκφράζουν τα παραπονά τους και να δημιουργούν καταστάσεις που κάνουν την ζωή των συγκατοίκων τους δύσκολη μέχρι και ανυπόφορη πολλές φορές. Δεν ξέρουν πως να είναι "γάτες" και να συμπεριφέρονται σαν "γάτες"...
Αν τους στριμώξεις, το μόνο που ξέρουν να κάνουν που έχει σχέση με τις γάτες είναι να βγάλουν νύχια και να σε γρατσουνίσουν κι όχι να κοιτάξουν να συζητήσουν μαζί σου και διαλευκάνουν την αιτία που σε έκανε να τους στριμώξεις.
Βλέπετε οι άνθρωποι έχουμε ένα τεράστιο "πλυν". Πιστεύουμε πως ό,τι και να κάνουμε είναι καλά καμωμένο, κι ακόμα κι αν μέσα μας έχουμε τις αμφιβολίες μας ποτέ δεν το παραδεχόμαστε στους άλλους. Κι αν το παραδεχτούμε θα είναι για να ανεβάσουμε το "επίπεδο" μας τάχα, κι από μέσα μας λέμε και ενα "αϊ παράτα μας", έχοντας όμως ένα τεράστιο χαμόγελο στα χείλη όταν είναι να βγει κάτι από τον απέναντι και μια έφραση θεριού αν ο απέναντι δεν έχει πια να μας προσφέρει τίποτα κατά την άποψη μας.
Εκείνο που δεν συνειδητοποιούμε εμείς τα σκεπτόμενα όντα είναι πως και οι απέναντι σκεπτόμενοι είναι κι αυτοί σαν και μας, αλλά "γάτες" και δεν μας δείχνουν τι νοιώθουν εκείνη τη στιγμή, απλώς περιμένουν την κατάλληλη ευκαιρία για να "βγάλουν νύχια" και να μας δείξουν μ' αυτόν τον τρόπο την "δύναμη" τους .
Νιαρρρρ... νιαρρρρρρρ... (έχω άδικο;)

ΤΑ ΠΡΩΤΕΙΑ


Σαν βγεις στον πηγαιμό για τα Πρωτεία.
να εύχεσαι νάναι βατός ο δρόμος.
Γεμάτος ευκολίες, γεμάτος υποκλίσεις.
Τους λασπολόγους και τους Ρωμαίους στρατιώτες
τον βολεμένο υπάλληλο, μην τους φοβάσαι
αυτούς ποτέ δεν θα τους συναντήσεις
αν δεν τους έχεις δηλώσει υποταγή προηγουμένως
αν το ανάστημα σου τους έχεις δείξει μέχρι τώρα.
Να εύχεσαι νάναι βατός ο δρόμος.
Πολλές οι ευκαιρίες σου να είναι
όπου με γνώση, όρεξη και περισσή χαρά
θα παίρνεις την πρωτιά μες τα μυαλά των άλλων
θα σταματάς στα στέκια τους
και θα ζητάς τη στήριξη τους.
Χαμόγελα, ειλικρινείς υποσχέσεις, κι ό,τι λογής προικιά
χρειάζεσαι, για να ανεβείς να πάρεις τα Πρωτεία.
Όσα μπορείς περισσότερα μάζεψε τέτοια
και αμπάρωσε τα στα καλύτερα κελιά του νου σου.
Πάντα στο νου σου νάχεις τα Πρωτεία.
Η κατάκτηση τους είναι ο σκοπός σου.
Αλλά απ' τον καλό το δρόμο πάντα.
Καλύτερα αργά και σταθερά να φτάσεις.
Πλούσιος απ' αυτά που μάζεψες στο δρόμο.
Μην περιμένεις πλούτη απ' τα Πρωτεία
Τα Πρωτεία σούδωσαν την εμπειρία...
Χωρίς αυτά δεν θα έβγαινες στο δρόμο.
Μην περιμένεις να σου δώσουν από δω και πέρα.
Κι αν φτωχικά τα βρεις, να ξέρεις δεν σε γέλασαν.
Τόσα καλά που μάζεψες στο δρόμο,
τόσα πολλά που έμαθες μέχρι να ανέβεις,
τόσους πολλούς που γνώρισες μέχρι στην κορυφή να φτάσεις.
Τόσες πόρτες που σ' ανοίξαν
καθώς σε υπόσχονταν, σε προίκιζαν με λόγια,
είναι αρκετά για να διαβείς την πόρτα
και να τα κατακτήσεις.
Κι αν την καρέκλα πιάσεις μια φορά
και θρονιαστείς και στρογγυλοκαθήσεις,
τότε καταλαβαίνεις και Πρωτεία τι σημαίνει.
(Συγγνώμη Κώστα μου, αλλά δεν άντεξα στον πειρασμό. Ελπίζω πως με συγχωρείς που κακοποίησα το αριστούργημα σου.)

ΤΑ «ΚΛΙΚ» ΤΗΣ ΜΟΝΑΞΙΑΣ


Η αγάπη είναι κλικ; Ε;
Θα μου πείτε τώρα πως έκλεισαν τα σχολεία και τρελάθηκα. Μπα! Αν την έχει κανείς την τρέλα, την έχει από πάντα. Δεν χρειάζεται να κλείσουν τα σχολεία. Κι αν προβληματίζεται κανείς, προβληματίζεται όλο το χρόνο. Απλά όταν κλείνουν τα σχολεία έχει χρόνο να σκεφτεί και να αναλύσει περισσότερο. Και ίσως ίσως, να δει βαθειά μέσα του ή μέσα στους άλλους. Να δει πού βρίσκεται ο ίδιος, ο περίγυρος του, ο κόσμος γύρω του. Και να διαπιστώσει πως αυτή η εκκωφαντική σιωπή που έχει διαδεχτεί το μελίσσι των μαθητικών φωνών που μπαινόβγαιναν στο σχολείο του όλο το χρόνο, είναι τόσο ενοχλητική που του φέρνει πόνο στα αυτιά και μια απέραντη μοναξιά στην ψυχή του…. Τελικά τα αγαπάμε τα μικρά μας βασανάκια… και καμιά φορά και τα μεγάλα. Γι αυτό και νοιώθουμε να μας πονάει η σιωπή στα έρημα σχολεία μας το καλοκαίρι.
Τελικά όμως δεν μου απαντήσατε. Η αγάπη είναι κλικ;
… Ησυχία…
Μα όλοι στις παραλίες είστε; Ή μήπως τρομάξατε από την ερώτηση; Ε, λοιπόν, ναι! Και η αγάπη είναι κλικ , και η διασκέδαση είναι κλικ και όλα στην εποχή μας ένα κλικ είναι. Και έτσι ήταν και παλιά, απλά δεν το είχαμε αντιληφθεί, μέχρι «να μας κάνει κλικ», είτε για να ερωτευτούμε, είτε για να αγαπήσουμε, είτε για να δουλέψουμε , είτε για κάνουμε τον αδιάφορο και να προσπαθήσουμε να πείσουμε ακόμα και τον εαυτό μας πως εμείς είμαστε όντα στα οποία πρυτανεύει η λογική. Τα σημερινά κλικ όμως, ακούγονται δυνατά, μια που οι πιο πολλοί από μας αντικαταστήσαμε όλα τα άλλα είδη επικοινωνίας με τον υπολογιστή μας και ζούμε μέσα σε έναν ωκεανό από κλικ.
Κλικ, κλικ, και κουβέντες με τις ώρες…
Ο ένας στην μια άκρη του κόσμου κι ο άλλος στην άλλη…. Πρόσωπα γνωστά, συγγενικά, φίλοι, άνθρωποι που μας λείπουν, που μας χωρίζει η απόσταση, που μας χωρίζει η ανάγκη της ζωής, η επιβίωση, οι σπουδές, οι επιλογές μας. Κι ακόμα άγνωστοι μεταξύ τους άνθρωποι, που το μηχάνημα τους ένωσε, τους έκανε γνωστούς, έδωσε μια άλλη διάσταση στη ζωή τους. Ξέχασαν πως ζουν μόνοι, ξέχασαν πως δεν έχουν κανένα να τους περιμένει στο σπίτι όταν επιστρέφουν ή ακόμα χειρότερα να έχουν διακοπεί τα κανάλια επικοινωνίας με τους υπόλοιπους του σπιτιού και ο καθένας να ζει πια στον κόσμο του.
Αυτός είναι ο μοντέρνος τρόπος επικοινωνίας. Ο τρόπος που επιβλήθηκε πολλές φορές και ο τρόπος που επιλέχθηκε κάποιες άλλες. Όπως και να έχει, «καλύτερος από το να κάθομαι μόνη μπροστά σ ένα χαζοκούτι και να σκοτώνω την ώρα μου εισπράττοντας τις επιλογές του καναλιού», όπως λέει και η φίλη μου η Έφη όταν τη ρωτούν γιατί μένει τόσες ώρες στον υπολογιστή. Προφανώς της ζητούν επίσης να αντικαταστήσει τον υπολογιστή της με την τηλεόραση. Αμ δε!!!! Ξαφνικά έχει βρει αυτά που ήθελε… γνώση, παρέα, διασκέδαση. Ανανεώθηκε και προπαντός δε νοιώθει πια μόνη.
Έχουμε μπει, λοιπόν, στην κοινωνία του κλικ. Μπορεί και να σκεφτούν μερικοί πως όλα είναι ένα κλικ. Προσωπική μου άποψη είναι ότι δεν είναι ένα, αλλά πολλά. Το κλικ της μόρφωσης, το κλικ της διασκέδασης , το κλικ της επικοινωνίας και κάποιες φορές ίσως το κλικ του «εξευτελισμού», όταν περνάει κανείς τα όρια της ηθικής του υπόστασης «κλικάροντας καθ’ έξιν». Αλλά ακόμα κι αυτό ποιος μπορεί να το κρίνει; Ποιος έχει δικαίωμα να παρέμβει στις ανάγκες του άλλου και να απαιτήσει ίσως να τις διαφοροποιήσει; Ποιος κρατάει τελικά το μέτρο της ηθικής, ποιανού την άποψη πρέπει να ακολουθήσει κανείς και ποιος μπορεί άραγε να καταδικάσει την κάθε μοναχική ύπαρξη, επειδή βρήκε την άγια της χαρά με ένα κλικ;
Μήπως θα έπρεπε να δει ο σύγχρονος άνθρωπος λίγο πιο σοβαρά αυτά τα ατελείωτα κλικ που μπήκαν στη ζωή του; Μήπως θα έπρεπε να ξαναγυρίσει στις παλιές του συνήθειες; Να βγαίνει, να συναντά τους φίλους του και να συνδιαλέγεται μαζί τους δια ζώσης; Φυσικά αυτό είναι πιο φυσιολογικό βάσει των συνηθειών μας και με τα κατάλοιπα που μας έχουν αφήσει αυτές, αλλά είναι δυνατόν να είναι κανείς πάντα με τους φίλους του; Οι αποστάσεις μας χωρίζουν, οι υποχρεώσεις μας χωρίζουν, η ίδια η ζωή μας χωρίζει….
Αυτό είναι το ιδανικό, αλλά όχι και το ευκολότερο. Πολλές φορές οι επιλογές μας προς συνδιαλλαγή δεν είναι τόσο κοντά μας όσο θα θέλαμε να είναι και άλλες φορές πάλι θα τις θέλαμε για περισσότερο χρόνο απ’ ότι μας επιτρέπει η ζωή μας. Πιστεύω πως η επικοινωνία μέσα από τον υπολογιστή είναι απλά ένας άλλος τρόπος προσέγγισης των συνανθρώπων μας και τίποτα άλλο, που το μόνο του μειονέκτημα -αν μπορεί να θεωρηθεί τέτοιο- είναι το γεγονός πως με μεγάλη ευκολία μπορείς να έχει ότι θέλεις, όποια ώρα το θέλεις. Όμως αυτό το τελευταίο θα θεωρούνταν μειονέκτημα, αν στη φούρια του κλικ ξεχάσει κανείς τις αρχές του και την κοινωνία που έχει χτίσει γύρω του.
Υπάρχει, λοιπόν, μοναξιά στην εποχή που ζούμε; Κι αν υπάρχει μπορεί ένα κλικ να την εξαφανίσει; Γιατί πολλοί διατείνονται πως η επικοινωνία μέσω του υπολογιστή έφερε στον άνθρωπο μοναξιά, κι άλλοι τόσοι υποστηρίζουν πως η ίδια αυτή επικοινωνία είναι ο τρόπος για να καταπολεμούν την μοναξιά τους.
Εσείς τι πιστεύετε; Ή θα πρέπει να σας κάνω κλικ για να απαντήσετε; Ε;

ΣΚΕΨΕΙΣ ΓΙΑ ΤΟ ΚΑΤΕΣΤΗΜΕΝΟ

Κατεστημένο θεωρούμε το κοινωνικό φαινόμενο σύμφωνα με το οποίο υπάρχει σθεναρή αντίσταση για αλλαγή οποιουδήποτε είδους και ειδικά προς το καλύτερο.
Δεδομένου του γεγονότος πως μια μόνιμη και χωρίς αλλαγές κατάσταση, οδηγεί στην έλλειψη της προόδου, θα μπορούσαμε να συμπεράνουμε ότι, μια κατεστημένη κατάσταση είναι εγκλωβισμένη στην στασιμότητα που η ίδια έχει δημιουργήσει. Επομένως «βαλτώνει» στα δεδομένα της χωρίς να τολμά ή ακόμα και να έχει διάθεση να αλλάξει κάτι, πράγμα που απαιτεί κόπο και θυσίες, τις οποίες οι έχοντες και κατέχοντες τα ηνία του συστήματος δεν έχουν λόγο να υποστούν, είτε φοβούμενοι πως θα τους οδηγήσουν στην επώδυνη αλλαγή, είτε γιατί λειτουργώντας εκ του ασφαλούς συντηρούν και διαφυλάττουν τα δικά τους συμφέροντα.
Οι υπεύθυνοι για τη δημιουργία οποιουδήποτε είδους κατεστημένου είναι οι μόνοι που έχουν καρπωθεί τα πλεονεκτήματα που τους παρέχει αυτό, αγνοώντας όποιον δεν πήρε μέρος στη δημιουργία του, αγνοώντας ακόμα και αυτούς που κάποτε τους βοήθησαν να πάρουν τη δύναμη στα χέρια τους χωρίς να έχουν ιδέα τι επρόκειτο να επακολουθήσει. Τους μόνους που δεν αγνοούν είναι οι «δικοί τους», οι οποίοι είναι και οι μόνοι που «γεύονται» τους καρπούς των δημιουργών και κατ’ ιδίαν ομολογίαν ευεργετών τους.
Σύμφωνα με την αρχή της δομής των κοινωνικών δρώμενων σε κάθε κοινότητα, το κατεστημένο βρίσκεται ανάμεσα στο περιθώριο και την πρόοδο. Σε μια σχηματική παράσταση των τριών αυτών κοινωνικών όρων, θα μπορούσαμε να πούμε ότι η πρόοδος βρίσκεται πάνω από το κατεστημένο, ενώ το περιθώριο από κάτω του.
Με γνώμονα το γεγονός πως οποιαδήποτε κατεστημένη κατάσταση δεν επιδιώκει την πρόοδο και την αλλαγή, αλλά παραμένει στάσιμη, θα συμπεράνουμε πως το κατεστημένο μπορεί να συγκριθεί με βάλτο όπου τα μόνα ζωικά και φυτικά είδη που μπορούν να επιζήσουν είναι ανάξια λόγου και οδηγούν τον ίδιο το βάλτο στην αποσύνθεση, με αποτέλεσμα την περιθωριοποίηση του χώρου όπου βρίσκονται και την ολική καταστροφή του τελικά.
Αν παραλληλίσουμε το βάλτο-κατεστημένο με μια ανθρώπινη κοινωνία, θα κατατάσσαμε το κάθε ένα από τα στοιχεία που τον συνθέτουν ως εξής:
Βάλτος: ο Τόπος.
Λιμνάζοντα νερά: οι άνθρωποι που δημιούργησαν το κατεστημένο.
Βλάστηση και ζωικά είδη: όλοι όσοι κατάφεραν να καρπωθούν αυτά που τους «χάρισε» στην ουσία το κατεστημένο.
Να σημειώσουμε εδώ πως κανένας υγιώς σκεπτόμενος και προοδευτικός άνθρωπος δεν θεωρεί πως ο βάλτος είναι χώρος όπου μπορεί να ζει και να δημιουργεί.
Θα επιχειρήσει να ξεμπλοκάρει τους μηχανισμούς που δημιούργησαν το βάλτο, ή θα απομακρυνθεί απ’ αυτόν αναζητώντας καλύτερη ποιότητα ζωής.
Επειδή όμως κατά το κοινώς λεγόμενο «όπου γης πατρίς», δύσκολα ο προοδευτικός πολίτης εγκαταλείπει τον τόπο του –σε αντίθεση με τους κατεστημενικούς που παίζοντας σε πολλά ταμπλό, είναι και δεν είναι κάτοικοι του βάλτου, πηγαινοερχόμενοι ανάμεσα στον εκτός του βάλτου καθαρό αέρα για να ζουν και εντός του βάλτου για να οικονομούν- επειδή ακριβώς ο προοδευτικός άνθρωπος αγαπά τον τόπο του και δεν επιθυμεί να τον βλέπει να καταστρέφεται, γιαυτό παραμένει και αγωνίζεται να τον αλλάξει.
Ευχής έργον για κάθε προοδευτικό είναι να ξυπνήσει όλες τις αποκοιμισμένες συνειδήσεις, να δραστηριοποιήσει τους μηχανισμούς που θα αλλάξουν τη μορφή του βάλτου σε πεντακάθαρη και υγιή λίμνη γεμάτη ζωή, που θα κάνει τον αέρα της περιοχής να πνέει και να παρασύρει μακριά οτιδήποτε καταστρέφει τον τόπο.
Για να πετύχει αυτή η αλλαγή χρειάζεται κάτι πολύ απλό. Χρειάζεται ο κάθε κάτοικος του βάλτου να οραματιστεί την αλλαγή και να δει μπροστά του την πρόοδο που έρχεται. Να κάνει την υπέρβαση πράξη και να στείλει το κατεστημένο εκεί που του αξίζει. Στον πυθμένα της λίμνης.

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΑΗ-ΒΑΣΙΛΗ

ΠΡΟΣ ΑΓΙΟ ΒΑΣΙΛΗ ΚΙΛΚΙΣ

ΒΟΡΕΙΟΣ ΠΟΛΟΣ ΕΛΛΑΔΑ

18 Δεκεμβρίου 2006

Αγαπημένε μου Αη-Βασίλη

Σου γράφω αυτό το γράμμα όχι για να σου ζητήσω δωράκι –είμαι πολύ μεγάλη για κάτι τέτοιο άσε που μπορώ να το αγοράσω και μόνη μου- αλλά για να σε προειδοποίησω για το τι σε περιμένει τώρα που θα κατέβεις από κει ψηλά που βρίσκεσαι, εδώ στον πολιτισμένο κόσμο να μοιράσεις τα δώρα στα παιδιά.

Πρώτα πρώτα, Αη-Βασίλη μου, το ξέρεις πως πρέπει να βάλεις μέσα στο τσουβάλι σου και δώρα για τους μεγάλους; Το ξέρεις πως τα δώρα αυτά πρέπει να είναι τέτοια που να κάνουν τους μεγάλους να ξοδέψουν ακόμα περισσότερα χρήματα για να τα αποκτήσουν; Τώρα που το σκέφτομαι, καλέ μου Άγιε, μήπως έχεις μπει κι εσύ σ’ αυτό το κόλπο του μάρκετινγκ κι εγώ τσάμπα σου κάνω τα παράπονα μου; Αν έχεις κάνει κάτι τέτοιο ειλικρινά έχω χάσει πάσα ιδέα για σένα!!! Αν όχι, πρέπει να ξέρεις πως παίζονται παιχνίδια εις βάρος σου εδώ στον Δυτικό πολιτισμό, καλόβολε και χουβαρντά άγιε μας.

Άκου λοιπόν τι γίνεται. Ο κάθε πικραμένος, που όσα και να έχει δεν του φτάνουν, προσπαθεί να «οικονομήσει» ακόμα πιο πολλά χρησιμοποιώντας σε. Μας βομβαρδίζουν μέσα από τα ραδιόφωνα και τις τηλεοράσεις, μας στέλνουν γράμματα στα σπίτια μας και μας λένε πως ΕΣΥ θέλεις να μας φέρεις δώρα. Και χαιρόμαστε κι εμείς που μας ξέρεις, που θέλεις να μας κάνεις ευτυχισμένους, που θέλεις να μας χαρίσεις πράγματα. Χαιρόμαστε που στα γράμματα τους μας θυμούνται με το μικρό μας όνομα οι χιλιάδες επιχειρήσεις... Χαιρόμαστε που η προσφορά τους είναι «ειδικά για μας».

Χαιρόμαστε μέχρι να διαβάσουμε την επόμενη παράγραφο του γράμματος και η χαρά μας να γίνει από απογοήτευση μέχρι οργή. Αυτό εξαρτάται από το πόσο αφελείς ή επιρρεπείς είμαστε. Γιατί εκεί μας εξηγούν πως για να μας δώσεις το δώρο μας πρέπει να ψωνίσουμε στο δεκαπλάσιο της αξίας του. Δε λέω, δελεάζουν τον καταναλωτή τίμια –δούναι λαβείν είναι όλα στον κόσμο τούτο- και ως εδώ αποδεκτό. Αυτός είναι ο στόχος τους. Να προσπαθούν να γίνουν από πλούσιοι πλουσιότεροι. Αλλά στο όνομα σου;;; Έλεος!!!

Γιαυτό σου λέω... δεν φαντάζομαι να έκανες κανένα κονέ μαζί τους και να τα κάνατε πλακάκια για να πλουτίσουν όλοι αυτοί ε; Γιατί καλά ως εδώ, και το ανεχτήκαμε που σε φορέσαν το ασπροκόκκινο κοστουμάκι προς όφελος τους. Ανεχτήκαμε πως σ’ έκαναν χοντρούλη και με κόκκινα μαγουλάκια. Επικροτήσαμε που σου έδωσαν το ίματζ του χαρούμενου αγίου. Έτσι κι αλλοιώς οι άγιοι μας δεν ήταν ούτε κακοί, ούτε εκδικητικοί. Αυστηροί ναι ήταν, αλλά για το δικό μας συμφέρον και τη σωτηρία της ψυχής μας. Δεχτήκαμε και την «εναλακτική» στολή σε μπλε ή πρασινάκι. Δεν μπορείς φουκαρούλη μου να κυκλοφορείς με τα ίδια ασπροκόκκινα από τη δεκαετία του τριάντα. Όχι τίποτα, αλλά θα το πάρουν επάνω τους και οι οπαδοί το Ολυμπιακού και θα νομίσουν πως είσαι η μασκώτ τους κι όχι ο άγιος της κόκα κόλα. Εντάξει, ξεχάσαμε πως δεν μένεις πια στην Καισάρεια –έτσι κι αλλοιώς η μετακίνηση των πληθυσμών της γης είναι σημείο των καιρών και ίδιον της παγκοσμιοποίησης- καλά έκανες και πήγες στον Βόρειο Πόλο και δε με κόφτει εμένα πώς αντέχεις το κρύο εκεί πάνω. Στο κάτω κάτω μπορεί να θεωρείς πως είναι πρόοδος από κει που ήσουν επίσκοπος σε μια ολόκληρη περιοχή, τώρα να έχεις ένα χωριό με το όνομα σου στη μακρινή Φινλανδία και να έρχονται να σε βλέπουν τουρίστες απ’ όλον τον κόσμο. Δεν είπαμε κουβέντα που σε φόρτωσαν και την κυρία Κλάους για σύζυγο και μια ολόκληρη ταξιαρχία από ξωτικά να σε βοηθάνε. Άκου ξωτικά να βοηθούν έναν Άγιο!!! Το βρήκαμε απόλυτα φυσιολογικό να σου δώσουν για μεταφορικό μέσον ένα ελκηθρο με τάρανδους –ταιριάζει με το περιβάλλον που ζεις. Άλλο καπέλο, πως οι τάρανδοι δεν πετάνε, άλλο πως δεν γίνεται να κάνουν το γύρο της γης μέσα σε μια νύχτα, άλλο πως μας έρχεσαι τα Χριστούγεννα κι όχι την πρώτη Ιανουαρίου. Αυτό το τελευταίο μάλλον μόνος σου το εφεύρες για να σε κερνάμε εμείς κι όχι για να μας κεράσεις για τη γιορτή σου.

Όμως επιμένω πως αν έχεις κάνει κονέ με όλους αυτούς που στο όνομα σου κοιτάνε να πλουτίσουν, τότε θα μ’ αναγκάσεις να βγω έξω και να φωνάζω πως ο Αη-Βασίλης είναι προδότης. Πως δεν σκέφτεται τα οικονομικά ζόρια του κοσμάκη. Πως δεν τον νοιάζει που γινόμαστε από φτωχοί φτωχότεροι μέρα με τη μέρα. Πως έχει μπει στο «κόλπο» και μας κάνει να πληρώνουμε με πλαστικό χρήμα, με δάνεια και δανεικά.

Κι όχι τίποτα, αλλά αν βγω και το φωνάξω ότι είσαι προδότης, αυτή η ενέργεια μου θα έχει τραγικές επιπτώσεις στην καριέρα μου και την προσωπικότητα μου, μη σου πω πως θα βλάψει και την καλή μου φήμη δηλαδή. Γιατί, πρώτον θα απογοητεύσω τα παιδιά που τόσο πολύ πιστεύουν σε σένα , μετά θα με περάσουν όλοι για χαζή –τόσο πολύ έχει μπει το παραμύθιασμα στο πετσί μας ακόμα κι εμάς τους μεγάλους – και δεν έχουμε κι άδικο που ψάχνουμε ψήγματα ευτυχίας μέσα από τον υπερκαταναλωτισμό. Μήπως μας έμεινε και τίποτα άλλο για να είμαστε ευχαριστημένοι σ’ αυτόν τον επιπόλαιο κόσμο που ζούμε; Μήπως μπορούμε πια να βρούμε ανθρώπους που να μας αγαπάνε ειλικρινά και να μας εκτιμούν για την ποιότητα του χαρακτήρα μας και κι όχι για τις μάρκες που φοράμε, το αυτοκίνητο που οδηγούμε και την πολυτέλεια που μας περιβάλλει; Και το χειρότερο απ’ όλα, αν εγώ, καλέ μου άγιε, φωνάξω πως είσαι προδότης, κανείς δεν θα σκεφτεί πως αντιδρώ σαν το παιδάκι που φώναξε «ο βασιλιάς είναι γυμνός» στο γνωστό παραμύθι, γιατί είμαι και μια μεγάλη γυναίκα και «δε με παίρνει» να κάνω τέτοια στη μέση του δρόμου.

Γιαυτό, σε παρακαλώ καλέ μου Αη Βασίλη, κάνε κάτι να διορθωθούν τα πράματα εδώ κάτω στον πολιτισμένο κόσμο, να σταματήσουν τόσοι και τόσοι να καπηλεύονται το όνομα σου στο όνομα του κέρδους, φώτισε τους με την αγιοσύνη σου να γίνουν τίμιοι και να χρησιμοποιούν θεμιτά μέσα για να κερδίζουν. Γιατί αν δεν το κάνεις αυτό, πίστεψε με θα αρχίσω να σκέφτομαι πως ή δεν είσαι ο πραγματικός Αη-Βασίλης, ή πως Αη-Βασίλης δεν υπάρχει τελικά. Κι αυτό ναι! Θα το πω σ’ όλον τον κόσμο, εκτός απ’ τα παιδιά που στην τελική δεν μου φταίνε σε τίποτα. Καλά είναι εκεί, ευτυχισμένα κάτω απ΄τις φτερούγες των γονιών τους (σιγά μην ήταν οι δικές σου άγιε του υπερκαταναλωτισμού ή των επιχειρήσεων που σε χρησιμοποιούν). Κι ας με πουν χαζή οι μεγάλοι. Αυτοί στο κάτω κάτω ξέρουν πως δεν υπάρχεις, σωστά;

Σ΄ευχαριστώ που έκανες τον κόπο να διαβάσεις όσα είχα να σου πω. Σ’ ευχαριστώ που μου έδωσες την ευκαιρία να εκφράσω τη δικαιολογημένη αγανάκτηση μου.

Περιμένω με ανυπομονησία να μου φέρεις ένα δώρο χωρίς αντάλαγμα

Με αγάπη

Μαρία

ΥΓ. Μη μου θυμώνεις που είμαι γρινιάρα, σε παρακαλώ. Απλά προέρχομαι από ένα λαό με πραγματική κουλτούρα και πολιτισμό, που έδωσε τα φώτα του σ’ όλα αυτά τα ετερόφωτα κρατίδια που εφεύραν τάχαμ δήθεν τι;

Εγώ έναν Άγιο Βασίλη ξέρω κι αυτός βοηθούσε τους φτωχούς. Δεν τους έκανε να τραβάν τα μαλλιά τους όταν έρχονταν ο λογαριασμός της πιστωτικής τους κάρτας και η δόση του δανείου τους.

ΠΕΡΙ ΜΟΥΣΩΝ Ο ΛΟΓΟΣ


Τελικά οι μούσες είναι θηλυκές?
Και γιατί να είναι? Κατά την ταπεινή μου γνώμη θα μπορούσαν να είναι χωρίς γένος. Όπως οι Άγγελλοι. Δεν χρειάζεται γένος για να εμπνευστείς. Ούτε για να προστατευτείς. Απλά εμείς οι θνητοί κάναμε το κάθε τι στα μέτρα μας.
Δώσαμε λοιπόν στους Αγγέλους αρσενική οντότητα γιατί προστατεύουν και στις μούσες θηλυκή γιατί εμπνέουν. Αχ! αντροκρατούμενε πάλαι ποτέ κόσμε!! Όλα κομμένα και ραμμένα στα μέτρα σου τα είχες κάνει!! Η προστασία αρσενική...καμμιά αντίρρηση...όλα τα βάρη στα υποζύγια...και η έμπνευση θηλυκή... Ε... εδώ έχω την άποψη μου.
Φυσικά αν η μούσα μου είναι θηλυκού γένους μου δίνει περισσότερα. Μου δίνει τρυφερότητα, πάθος, ελαστικότητα για να λειτουργήσω, να εμπνευστώ. Το ζητούμενο είναι από που ξεκινάει αυτή η έμπνευση. Αν η μούσα μου που είναι η σκανδάλη για να ξυπνήσει η έμπνευση μου και να λειτουργήσει, να δημιουργήσει, να απολαύσει και να κάνει κι άλλους να απολαύσουν, αν αυτή η σκανδάλη, είναι μια μούσα αρσενική πειράζει; Όχι βέβαια!!
Ε, η δικιά μου είναι αρσενική. Έτσι κρατώ και τις ισορροπίες. Κάθομαι εδώ και απολαμβάνω τον πρωινό ήλιο. Με ζεσταίνει έξω και μέσα μου. Το σώμα μου και την ψυχή μου. Χαρτί μπροστά μου, μολύβι στο χέρι και το μυαλό τόσο γεμάτο από σκέψεις που συνοστίζονται να τρέξουν, να φτάσουν στη μύτη του μολυβιού και δημιουργούν μέχρι και κυκλοφοριακή συμφόρηση θα έλεγα. Είδες τι γίνεται αν η μούσα σου, σου έχει δώσει πολλά και όλα μαζεμένα; Δεν χωράνε στο μυαλό, μήτε στο μολύβι σου και πολύ φοβάμαι πως μήτε στο χαρτί χωράνε.
Περί μουσών λοιπόν ο λόγος. Και ο δικός μου μουσουλίκος, με ξύπνησε σήμερα με μια γλυκούλα καλημέρα, που μου χάιδεψε το αυτί περνώντας μέσα από το τηλέφωνο.
Τι όμορφη διαδρομή ήταν αυτή που έκανε η γλυκειά μου καλημέρα!! Βγήκε από το στόμα του, μπήκε στο κινητό του, ξαναβγήκε, πέταξε στο διάστημα, έδωσε ένα πεταχτό φιλάκι στο δορυφόρο, εκείνος της έδωσε μια τρυφερή κλωτσιά και την έστειλε ξανά στη Γη. Τι ατιμούλα καλημέρα ήταν αυτή!! Με το που μπήκε στην ατμόσφαιρα ήξερε κιόλας που πηγαίνει. Πέταξε χαρούμενη και χαμογελαστή και μ' ένα χαριτωμενο σκέρτσο χώθηκε στο κινητό μου. "Πσσστττ! ξύπνα", του ψυθίρισε. Κι εκείνο μου τραγούδησε το αγαπημένο μου κομμάτι: "Η αγάπη αυτή που μας δένει....." άκουσα τη μουσική στο αυτί μου. Και αμέσως μετά τη φωνή του.....
"Καλημέρα". Πώς κατρακυλάει μια καλημέρα μέσα σου και φτάνει μέχρι τα πέλματα σου! Πως μια φωνή χαϊδεύει τόσο απαλά ολόκληρη την ύπαρξη μας; Είναι η μούσα του μυαλού μας που τα φτιάχνει όλα. Δημιουργεί συναισθήματα, εικόνες, σκέψεις και μας κάνει να μην πατάμε καν στη Γη. Μια Καλημέρα σκέτη...ούτε δέκα γραμματάκια. Και κοίτα εδώ τι έφτιαξε!! Ε! είναι να μην τα λατρεύεις; Είναι να μη τα βάζεις απαλά και τρυφερά στο πιο πολύτιμο συρταράκι του μυαλού σου; Να μη τα φυλάς εκεί σαν ένα ανεκτίμητο θησαυρό;
Η μύτη του μολυβιού μου ξαναμπούκωσε από έμπνευση. Κοιτάζω τον καταγάλανο ουρανό. Απέραντος, πανέμορφος και υποσχόμενος. Από κει ξεκίνησε η καλημέρα μου το ταξίδι της για να φτάσει στο μυαλό μου. Δεν μπορεί , εκεί θα είναι και ο μουσούλης μου τώρα....Θα πετά στα σύννεφα από χαρά... Θα κοιτάει τον κόσμο από ψηλά και θα τον βλέπει ζωγραφιά. Αλλά και γω από δω κάτω τι θαρρείτε; Αλλοιώς τον βλέπω;
"Καλημέρα μουσουλίκο", λέω και κοιτώ ψηλά χαμογελώντας...

ΠΕΡΙ ΛΑΣΠΟΛΟΓΙΑΣ


"Να κάνω μια απλή ερώτηση; Τιμωρία για την λασπολογία υπάρχει;"
Αυτό μου είπε μια φίλη μπαίνοντας στο γραφείο μου σήμερα και φυσικά με έκανε να χαμογελάσω.
Την κοίταξα με απορία, έψαξα όλες τις γωνίτσες του μυαλού μου, τις ξεσκόνισα, τις γυάλισα κανονικά,
αλλά αρχείο που να γράφει επάνω "ΛΑΣΠΟΛΟΓΙΑ" δεν βρήκα. Άνοιξα το διπλανό ντουλαπάκι του μυαλού μου που κρατάω μέσα τα λεξικά, άνοιξα το πιο πλήρες και πήγα στο Λάμδα.
"λασκάρω, λάσο, λασπερός, λάσπη, λασπολογία, λασπολόγος...." έλεγε το λεξικό μου.
"Εδώ είμαστε", της είπα της φίλης. "Λασπολόγος ειναι αυτός που λέει λασπολογίες, που πετάει δηλαδή λάσπες στα μυαλά των άλλων στοχεύοντας στην ουσία σε ένα συγεκριμένο άτομο και προσπαθώντας να του καταστρέψει την φήμη του, την καριέρα του, την δουλειά του, ακόμα και την ηθική του υπόσταση. Είναι άτομο που δεν έχει ηθικές αρχές το ίδιο και κρίνοντας από τον εαυτό του, νομίζει ότι και οι υπόλοιποι είναι έτσι. Δεν διστάζει, λοιπόν, να λασκάρει το κλίμα της συζήτησης όπου βρει έδαφος και ρίχνοντας το λάσο του, που μόλις πριν το έχει βγάλει από τις λάσπες, να το πετάξει σε όποιον τον ενοχλεί με τις ενέργειες του και να λασπολογήσει εναντίον του. Λυπάμαι φιλενάδα, αλλά η λέξη τιμωρία δεν αναφέρεται πουθενά εδώ μέσα", της είπα και έδειξα το κεφάλι μου. "Και ξέρεις γιατί;", συνέχισα. "Γιατί τις λασπολογίες μπορούν οι λασπολόγοι να τις χρησιμοποιήσουν μόνο εκεί που κολλάει η λάσπη τους. Στους υπόλοιπους απλώς γλυστράει από πάνω τους και φεύγει. Γιατί είναι γυαλιστεροί, ξεκάθαροι και δεν τους πιάνουν τα τερτίπια τους. ¨Οσο για την τιμωρία που λες, άστην καλύτερα γιατί οι λασπολόγοι τιμωρούνται μόνοι τους, δεν χρειάζεται να παρέμβει και το χέρι του Νομοθέτη. Και για να καταλάβεις καλύτερα, τους έχει τιμωρήσει ο Θεός αυτούς, να έχουν μέσα στο στόμα τους συνεχώς λάσπη και να μην μπορούν να απολαύσουν το καλά που τους έχει δώσει. Γιατί καλά έχουν, αλλά πνιγμένα μέσα στην ίδια τους την λάσπη. Υπάρχει μεγαλύτερη τιμωρία από αυτήν; Eίναι οι απόγονοι της Κασσάνδρας που αποδεικνύουν πως όποιος ξεγελά στο τέλος τιμωρείται."
Η φίλη με κοίταξε και χαμογέλασε με νόημα... "Κατάλαβα", μου απάντησε. "Κακώς που σου έκανα την ερώτηση...έπρεπε να ξέρω ότι εσένα δεν σε αγγίζουν αυτά."
"Το γεγονός είναι πως αξιολογώ τους ανθρώπους κατά τα έργα τους και τους κρίνω αναλόγως. Θεωρώντας, λοιπόν, ότι ο Λασπολόγος λειτουργεί όπως λειτουργεί, απλώς και μόνον για να ικανοποιήσει την κακία που κρύβει μέσα του, ή ακόμα για να προβληθεί ο ίδιος ή να προβάλλει κάποιον δικό του, φτάνω στο συμπέρασμα πως είναι άτομο κενό, κούφιο, που μόνο του μέλημα είναι ο διασυρμός ανθρώπων που ούτε καν τον έχουν ενοχλήσει ποτέ. Βλέπεις ο καλός Θεός μας έδωσε την δυνατότητα να χρησιμοποιούμε μόνοι μας τον νου μας, μέσα από τα διδάγματα που ο ίδιος μας πρόσφερε επίσης. Αν λοιπόν χρησιμοποιήσουμε το μυαλό μας χωρίς προηγούμενα να συμβουλευτούμε τι έχουμε διδαχτεί, τότε τα λόγια μας δεν θα έχουν ηθική υπόσταση και πιθανόν να παρασυρθούμε και να λασπολογήσουμε. Το ζητούμενο, όσον αφορά τους λασπολόγους είναι, κατά πόσον έχουν μπει ποτέ στην διαδικασία του να αξιολογήσουν αυτά που πρόκειται να πουν και να μετρήσουν συγχρόνως όχι τις συνέπειες απέναντι στους άλλους, αλλά απέναντι στον εαυτό τους, ΑΝ ποτέ ξυπνήσει η συνείδηση τους και τους ελέγξει.
Σ' αυτό το "ΑΝ", η φίλη χαμογέλασε με νόημα.
"Είσαι σίγουρη πως έχουν συνείδηση;", με ρώτησε.
"Τι να σου πω, Νεφέλη μου", της απάντησα."Πιστεύω πως όλοι έχουν συνείδηση, το θέμα είναι πόσο βαθειά την έχουν θάψει, πόσα στρώματα φανατισμού, ατομικισμού και αναισθησίας εχουν συσωρρεύσει πάνω από την συνείδηση τους, φοβούμενοι πάντα τον ίδιο τον εαυτό τους, που ξέρεις ότι είναι και ο χειρότερος εχθρός μας, μια που τα ξέρει όλα για μας και δεν μπορούμε να του ξεφύγουμε. Το έλεγαν άλλωστε και οι πρόγονοι μας: "Μηδέποτε μηδέν κακόν ποιήσας, έλπιζε λύσειν. Και γαρ αν τους άλλους λάθεις, σεαυτόν συνειδήσεις." Δηλαδή, όποιο κακό και να κάνεις μην ελπίζεις πως θα την γλυτώσεις.Κι ακόμα κι αν ξεγελάσεις τους άλλους, θα έχεις να κάνεις με την συνείδηση σου.
Η Νεφέλη μου χαμογέλασε για άλλη μια φορά.
"Αμάν πια κι εσύ και τα αρχαία ρητά σου", μου είπε.
"Ναι, Νεφελάκι μου", της απάντησα. "Αυτά μας κράτησαν σαν έθνος, αυτά μας έκαναν γνωστούς στα πέραττα του κόσμου, κι αυτά θα κρατήσουν και τα παιδιά μας σωστά. Είναι να μην τα έχω σαν παράδειγμα στην πορεία μου σ' αυτόν τον κόσμο; Τι να έχω αλλοιώς; Την εμπάθεια του λασπολόγου και τον εξευτελισμό που σέρνει μαζί του και που σε τελική ανάλυση γυρίζει πίσω στον εαυτό του;"
Η Νεφέλη με κοίταξε ικανοποιημένη. Είχε ξεχάσει ότι είχε έρθει να με ρωτήσει για την τιμωρία που πρέπει να υποστεί ένας λασπολόγος. Και η αλήθεια είναι ότι κι εγώ το είχα ξεχάσει πια.
Κοίταξα γύρω μου τον πεντακάθαρο χώρο όπου βρισκόμασταν. Άξιζε τον κόπο να λερώσουμε αυτά όλα που με τόση σπουδή είχε φροντίσει η καθαρίστρια μας; Όχι φυσικά. Πόσο μάλλον την ψυχή μας και το μυαλό μας... Σωστά;

ΚΑΙ ΠΕΤΑΞΑΜΕ ΓΙΑ ΙΡΛΑΝΔΙΑ ΤΕΛΙΚΑ!!!


Κανονικά αυτό έπρεπε να είναι ένα άρθρο σχετικό με το ταξίδι του Συλλόγου Κιλκίς στην Ιρλανδία, στα πλαίσια του προγράμματος “Αγγλικά στον Τουρισμό” , από το Ευρωπαϊκό Εκπαιδευτικό πρόγραμμα Leonardo, στο οποίο συνεργάστηκε ο Σύλλογος μας με το Κέντρο Επιμόρφωσης “Επιμορφωτική Κιλκίς”. Αποκορύφωμα του προγράμματος αυτού ήταν η υποχρέωση 20 μελών του Συλλόγου να παρακολουθήσουν μαθήματα σχετικά με τον τουρισμό στο Τεχνολογικό Ινστιτούτο του Waterford.
Επειδή όμως καλοκαίρι, κι επειδή διακοπές, η μορφή του άρθρου άλλαξε, κι έγινε οδοιπορικό.
Ας δούμε μαζί, λοιπόν, την εμπειρία μας στην Ιρλανδία....
__________________________________
ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ - Η ΑΦΙΞΗ
Πριν πετάξουμε όμως έπρεπε να πάμε στο αεροδρόμιο. Από κει πετάει κανείς. Δύο και τη νύχτα, ξημερώματα Κυριακής 20 Ιουνίου, ένας κύκλος εμείς κι οι βαλίτσες μας στη μέση, συζητάμε μέχρι να μαζευτούν όλοι στην Πλατεία Ειρήνης του Κιλκίς. Για να διακτινιστούμε δεν παίζει κι έτσι μόλις έρχεται το λεωφορείο ξεκινάμε για αεροδρόμιο Θεσσαλονίκης -SKG. Εμείς οι μεγάλοι και μαζί ο ηρωικός Νίκος και ο “Σανάσης” -δυόμιση χρονώ το θηρίο και ακούραστος!
Αεροδρόμιο Μακεδονία, check in, έλεγχος -πετάξτε τα υγρά που έχετε μαζί σας, παραδώστε μας τα ψαλιδάκια σας, τις λίμες σας και ό,τι άλλο αποτελεί επικίνδυνο όπλο, και περάστε στα αφορολόγητα. Τελευταίος τούρκικος καφές κι από κει στο λεωφορείο για το αεροπλάνο. Το λεωφορείο που στα πλάγια του διαφημίζει το καζίνο στη Γευγελή... Και μετά να μη μιλάς για παγκοσμιοποίηση...
Επιβίβαση, μυρωδιά καφέ, βρουμ οι μηχανές και πριν αλέκτωρ λαλήσει τρις είμαστε στη Ζυρίχη. Κι από κει καπάκι στο Λονδίνο. Χήθροου, καφεδάκι, αναμονή, Μουντιάλ στην τιβί και σημαίες όλων των εθνών ένα γύρω... Αντάπτορες για να προσαρμόσουμε τους φορτιστές μας από κινητά και “λαπιτόπια” στις Ιρλανδέζικες πρίζες, αντί του ευτελούς ποσού των επτά λιρών και ρέστα σε λίρες που θα μας είναι μετά άχρηστες!!!! Τσεκ ιν στην Ιρλανδική αερογραμμή. Μια αποσκευή τσάμπα και για κάθε επόμενη δεκαεφτά αγγλικές λίρες... “Να πιάσω εγγλέζικο παρά, πούχει πέραση παντού...” Καημένε Μπέρναρντ Μπίαν πόσα ήξερες!!! Μετά θα μάθουμε κι εμείς... δυόμιση έουρος ο καφές πάνω στο αεροπλάνο του Ιρλανδικού αερομεταφορέα κι εσύ να αναρωτιέσαι πού είναι η εποχή που η Ολυμπιακή είχε ασημένια κουταλάκια κι οι επιβάτες τα έπαιρναν για ενθύμιο.
Μεσημέρι φτάνουμε Δουβλίνο!!! Μπα, δεν μπορεί! Μάλλον πίσω στη Μεσόγειο γυρίσαμε. Ντάλα ήλιος, ζέστη... Τι έγινε; Φέραμε και τον ήλιο μαζί μας; Μάλλον. Το λεωφορείο του Τεχνολογικού Ινστιτούτου του Waterford μας περιμένει, μαζί με τη Helena. Λέκτορας η Helena, χαμογελαστή μας μοιράζει σάντουιτς και παγωμένα νεράκια. Άμα είσαι Λέκτορας σε Ιρλανδικό Πανεπιστήμιο δε σε πειράζει να κάνεις τέτοιες παρακατιανές δουλειές... Περίπου τρεις ώρες μετά φτάνουμε στον τελικό μας προορισμό. Κουρασμένοι, ξενυχτισμένοι όλοι εκτός απ' το Σανάση, που τρέχει γύρω γύρω, φρέσκος φρέσκος. Στη διαδρομή έχει πρασινίσει το μάτι μας. Ατέλειωτα βοσκοτόπια με άλογα, αγελάδες και προβατάκια. Χιλιόμετρα ολόκληρα περιφραγμένων εκτάσεων, άλλοτε με ξύλινους χαμηλούς φράχτες και άλλοτε με πέτρινους. Οι αγροικίες σκέτες ζωγραφιές και τα ζώα στα λιβάδια σαν να είναι ψεύτικα. Υπέροχο τοπίο για να ξεκουράσεις το μάτι σου και να χαλαρώσεις. Στο πρωινό μας θα διαπιστώσουμε πως το βούτυρο, το γάλα και τόσα άλλα είναι προϊόντα της χώρας τους κι όχι εισαγωγής. Έτσι ξέρω κι εγώ να βγω από την κρίση. Εμείς όμως, αν το τυρί δεν είναι Ελβετικό και το βούτυρο Γερμανικό... πού πας βρε Καραμήτρο;
Αύριο θα συναντηθούμε με τον Πρύτανη. Αύριο αρχίζει το μάθημα. Γιαυτό, ύπνο απόψε και ξεκούραση...


ΟΙ ΠΡΩΤΕΣ ΕΝΤΥΠΩΣΕΙΣ
Δεύτερα πρωί. Φρεσκαδούρα, δροσερός αέρας και ο ήλιος εκεί, να μας χαμογελά. Καλημέρα ήλιε που μας ακολουθείς. Θα ανατρέψουμε όλα τα δεδομένα των βόρειων χωρών. Ο Ιχώρ μας δεν παίζεται! Όπου εμείς κι ο ήλιος στο κατόπι. Μου έχει ξανασυμβεί στη Νορβηγία. Το δελτίο καιρού το φτιάχνουν τα πόδια των Ελλήνων όπου πατάνε.
Πρώτη μέρα στο Πανεπιστήμιο. Μοντέρνα κτίρια, περιποιημένα πάρκα, κοράκια πάνω στο χόρτο, λες και είναι περιστέρια, και στέγαστρα με παγκάκια και σταχτοδοχεία. “ΕΔΩ ΚΑΠΝΙΖΕΤΕ”. Οπουδήποτε αλλού, απαγορεύεται. Το εδώ είναι τουλάχιστον 6 μέτρα μακρυά από κτίριο. Μέριμνα για την υγεία και την καθαριότητα του χώρου που πραγματικά αστράφτει. Και έξω και μέσα στα κτίρια.
Στο αμφιθέατρο μας υποδέχεται ο Πρύτανης. Απλός και χαμογελαστός. Τελικά όλοι εδώ με τα χαμόγελα είναι. Σα να είσαι στην Ελλάδα πριν μερικές δεκαετίες. Γιατί τώρα πια... Ο Περικλής παρουσιάζει το πρόγραμμα και η Helena πολύ προσεκτικά παρακολουθεί τη μετάφραση που της κάνω στο αυτί. Η επόμενη παρουσίαση είναι δική της. “Το Εκπαιδευτικό σύστημα στην Ιρλανδία” Σύντομη και περιεκτική, με τα διαγράμματά της όπως όλοι μέσα σε λιγότερο από μία ώρα μας έχει κάνει μια ολοκληρωμένη παρουσίαση.
Σχόλια πάνω στην ομιλία, ερωτήσεις και μετά διάλειμμα για καφέ. Στην καφετέρια της Σχολής τουριστικών Επαγγελμάτων. Τζάμι, ξύλο -μασίφ ξύλο παντού- και οι φοιτητές σοβαροί και φιλικοί προσέχουν το χώρο. Συνέχεια με την επόμενη διάλεξη και το μεσημέρι φαγητό. Στο εστιατόριο των Καθηγητών. Χλιδή και απλότητα. Όμορφος συνδυασμός. Χαμογελαστές οι κοπέλες στο μπουφέ και τα φαγητά νόστιμα και σε μεγάλη ποικιλία. Πολύ ωραία όλα!
Αμέσως μετά ξενάγηση στο χώρο του Πανεπιστημίου. Οι φοιτητές πάνε κι έρχονται χωρίς φασαρία και φωνές, τα κτίρια δεν έχουν γραμμένους τοίχους, στη Βιβλιοθήκη δεν ακούγεται ανάσα, κι ο Σανάσης έχει βρει απέραντο χώρο, τρέχει και ευχαριστιέται.
Τα σύμβολα του Ιδρύματος σε αγάλματα πάνω σε στήλες. Ένα κοράκι-φυσικά!, μια κουκουβάγια -η σοφία! Και ένας κόκορας... αυτό πια!!! Έκθεση φωτογραφίας και τεράστια τροπικά φυτά κάτω από σκεπές από τζάμι! Και μυρωδιά φρέσκου ξύλου, παντού.
Το απόγευμα παίρνουμε το λεωφορείο για το κέντρο της πόλης. Κίνηση, δρόμοι με παλιά όμορφα κτίρια και μαγαζιά όπου ξεχύνονται όλοι. Σουβενίρ και δώρα για τους φίλους και συγγενείς. Μια μπύρα στο Doolan's, την παλιότερη πάμπ της πόλης και μια ματιά στο ποτάμι... ή μήπως είναι η θάλασσα τελικά;
Waterford σημαίνει βαθύ φιόρδ στη γλώσσα των Βίκινγκς. Αυτοί ίδρυσαν την πόλη στο 914 μ.Χ. Είναι η παλιότερη πόλη της Ιρλανδίας και η πέμπτη σε πληθυσμό. Πενήντα χιλιάδες κάτοικοι περίπου. Από το 1497 μέχρι το 1650 αντιστέκονταν στην πολιορκία των Εγγλέζων! Εκατόν πενήντα χρόνια!!! Είναι ένα από τα μεγαλύτερα λιμάνια της Ιρλανδίας για περισσότερα από χίλια χρόνια και πολύ γνωστό για τα ναυπηγεία του. Αυτό που το κάνει παγκόσμια γνωστό είναι τα εργοστάσια παρασκευής κρυστάλλου. Χειροποίητα κρύσταλλα, φυσητά έργα τέχνης σε απλησίαστες, φυσικά, τιμές. Οι ”Γουοτερφορντιανοί” έχουν να υπερηφανεύονται πως έχουν κατασκευάσει την τεράστια κρυστάλλινη μπάλα που κοσμεί την Τάιμς Σκουέαρ της Νέας Υόρκης...
Η μέρα τελειώνει και το δείπνο μας στο ξενοδοχείο μας περιμένει. Μετά το φαγητό, οι άντρες της ομάδας πάνε στο μπαρ να δούνε ποδόσφαιρο -είναι και το Μουντιάλ στη μέση- κι εμείς στο σαλόνι θυμόμαστε ό,τι μπορεί να φανταστεί κανείς και στο τέλος φοβόμαστε πως κάτι ξενέρωτοι πελάτες θα μας πετάξουν έξω με τις κλωτσιές επειδή γελάμε.
Δεν μπορούμε να καταλάβουμε πως είναι κοντά μεσάνυχτα. Έξω είναι σούρουπο ακόμα... Λευκές νύχτες της Βόρειας Ευρώπης... και το πρωί ξημερώνει από τις τέσσερις. Άντε να κοιμηθείς. Κι ας είναι οι κουρτίνες από λάστιχο και αδιαπέραστες από το φως... και να έχεις και την Κέλλυ να σε ρωτάει αν φωτογράφισες τον ουρανό που ήταν κατακόκκινος στις πέντε το πρωί.
Κέλλυ μου, τώρα που βρήκα κρεββάτι 2Χ3, μαλακό στρώμα και πουπουλένιο πάπλωμα, θα περιμένω να θαυμάσω τις δικές σου φωτογραφίες....
ΗΜΕΡΗΣΙΑ ΣΤΟ ΚΟΡΚ
Τρίτη 22 Ιουνίου.
Μια μέρα μετά το θερινό ηλιοστάσιο και ο ήλιος βρίσκεται στη μεγαλύτερη απόκλιση του από τη Γη. Φαίνεται άλλωστε... λάμπει ολόκληρος και χαμογελαστός κι εμείς πρωινοί πρωινοί οδεύουμε προς το Κορκ, το μεγαλύτερο φυσικό λιμάνι του πλανήτη μας.
Νότια Ιρλανδία. Κοιτάζω με ένταση από το παράθυρο του λεωφορείου μπας και δω κανένα Δρυίδη να μαζεύεται στο σπίτι του. Μα πότε πρόλαβαν και πήγαν για ύπνο; Λογικά όλη την προηγούμενη νύχτα πρέπει να ήταν στο δάσος και να γιορτάζουν λόγω της ημέρας... Μάλλον τελείωσαν οι γιορτές για τη μάνα Γη.. μάλλον μας τις κατανάλωσε κι αυτές ο “Πολιτισμός”. Κι οι Δρυίδες μάζεψαν τα μακρυά τους γένια και τα γιατροσόφια τους και κρύφτηκαν μες τις σπηλιές τους... Εμείς όμως απτόητοι... οδεύουμε προς Κορκ. Δυο ώρες δρόμος, εθνική οδός, υπέροχος δρόμος. Απ' ό,τι ξέρω η προηγούμενη Πρωθυπουργός της Ιρλανδίας χρησιμοποίησε μέχρι και το τελευταίο ευρώ της Μαμάς Ε.Ο.Κ. για να φτιάξει το νότο της χώρας της τουριστικά αξιόλογο. Και φαίνεται να τα κατάφερε. Μετά από δέκα πάνω κάτω χρόνια, ούτε ένα μπαλωματάκι στην άσφαλτο, ούτε μια τρυπούλα. Κι επιτρέψτε τις κακές σας σκέψεις να σας κυριεύουν το νου... και αλήθεια είναι και δικαιούμαστε να τις κάνουμε.
Άφιξη στο Πανεπιστήμιο. Ο Χάρρυ Πόττερ πού είναι; Γιατί τα κτίρια είναι εδώ... Ίδια.. κι ο Ντάμπλντορ; Θα ξεπροβάλλει από κάπου δεν μπορεί... Αν δεν κοιτάξω λίγο πιο μέσα προς το μεγάλο γυάλινο κτίριο της Βιβλιοθήκης, θα συνεχίσω να νομίζω πως κάτι σε άμπρα κατάμπρα θα συμβεί. Ακόμα και η ομάδα με τα πιτσιρίκια που έχουν έρθει για επίσκεψη, φορούν μαύρη τήβεννο. Και η σημαία κυματίζει μεσίστια. Μάλλον για τους γονείς του Χάρρυ... Εκ των υστέρων μάθαμε πως είναι σ' αυτήν τη θέση για το θάνατο κάποιου φοιτητή... κρίμα...
Μας υποδέχονται οι υπεύθυνοι του προγράμματος για να μας ενημερώσουν σχετικά με τις Σχολές τους. Υπερβολικά απλοί θα έλεγα. Να δω δικό μας καθηγητή με τι-σερτ ή το πουκάμισο ελαφρώς έξω από το παντελόνι και τι στον κόσμο!!! Είμαστε στην τσίτα εμείς! Αρχαίο Πνεύμα Αθάνατο, πώς γενικώς εμεταφέρθης στην ένδυση?
Η παρουσίαση αφορά τα θερινά μαθήματα γλώσσας που γίνονται εδώ. Επί πληρωμή φυσικά. Προς τους ξένους βεβαίως. Είτε συμπολίτες της Ε.Ε., είτε άλλων χωρών. Αλμυρές οι τιμές και δικαιωματικά βέβαια. Αγγλική γλώσσα είναι αυτή! Ξένη γλώσσα είναι αυτή!!! Χρήσιμη έως απολύτως απαραίτητη. Για δυο εβδομάδες μάθημα, τριψήφιο και υψηλά ιστάμενο το ποσόν. Και κάτσε εσύ συνάδελφε για οχτώ μήνες να παίρνεις τσίμα τσίμα το χρήμα και άμα το πάρεις κιόλας.... Άδικος ο κόσμος τούτος...
Ξενάγηση στο κάμπους. Τι κάμπους δηλαδή; Μια πόλη με τα δέντρα της, το ποτάμι της, τις σκιερές γωνιές της, τις πέτρινες σκαλίτσες της που χάνονται στα σκοτάδια της πυκνής βλάστησης... Κι όταν έσκυψα να φωτογραφίσω την αντανάκλαση των δέντρων πάνω στο καταπράσινο νερό, προς στιγμήν έκλεισα τα μάτια μου από το φόβο μη συναντηθεί το βλέμμα μου με κανενός Βασιλίσκου... Λογαριάζεις τώρα; Κι ύστερα ήρθε μυρωδιά από φαγητό. Η φοιτητική λέσχη, το σελφ σέρβις, “Pork with apple sauce, please”, μας ζύγισαν τη σαλάτα στο ταμείο και μας ζήτησαν να πάμε τους δίσκους με τα πιάτα στη θέση τους... φυσικά! Επί ίσοις όροις μικροί μεγάλοι... τι το περάσατε εδώ... και δεν θα πω πάλι, “ να δω καθηγητή σε δική μας λέσχη να κουβαλάει το δίσκο...” κλπ, κλπ...
Και μετά, η χαρά του Έλληνα τουρίστα!!! Τέσσερις ώρες φρη!!! Αγορά, Penney's, ψώνια, καφέδες, μπύρες, πάνω κάτω στο πεζοδρόμιο!!!
-“Τι πήρες;”
-”Να, αυτό, κι αυτό, κι αυτό...
-”Δεν αντέχω άλλο!!! Τα ποδαράκια μου!!!
Και το διώροφο κάμπριο λεωφορείο!!! Μιάμιση ώρα για να δούμε την πόλη!!! Με πολλή καλή ξενάγηση!!!
Το Κορκ είναι η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ιρλανδίας, με πληθυσμό περίπου 120.000 κατοίκους. Χτισμένη πάνω στις όχθες του ποταμού Λη, εκτός από το κέντρο της που είναι σ' ένα νησάκι που σχηματίζεται μέσα στο ποτάμι. Η επαρχία του Κορκ είναι αυτή που επαναστάτησε εναντίον των Άγγλων το 1491 και έτσι ξεκίνησε ο πόλεμος των Ρόδων. Γιαυτό το λόγο ακόμα και τώρα τους “Κορκιανούς” τους ονομάζουν επαναστάτες. Η πόλη αμφιθεατρική και πανέμορφη, με όλα τα παμπάλαια σπίτια της καλοδιατηρημένα και κατοικημένα -πάλι θυμήθηκα εκείνα τα χαμόσπιτα στην Άνω Πόλη της Θεσσαλονίκης- και με τις πρώην γυναικείες φυλακές να έχουν γίνει Μουσείο. Εδώ μοιάζουμε. Οι δρόμοι γεμάτοι με καλαίσθητες κολώνες που πολύ όμορφα δέχονται επάνω τους τις αφίσες του φεστιβάλ που “έτρεχε” αυτές τις μέρες. “Το φεστιβάλ των αισθήσεων”! Δεκάξι μέρες με μουσικά και θεατρικά δρώμενα, συναυλίες, θέατρο δρόμου, κομπανίες να ξεπροβάλλουν από παντού, ένας κόσμος γεμάτος happenings... Κι εμείς να πρέπει να φύγουμε από τις 6 το απόγευμα... Άδικο...
Επιστροφή στο Waterford. Γέλια και χαρές στη γαλαρία του λεωφορείου... ήπι, ήπι άσαμε.. Η Μαρία, η Δέσποινα, οι δύο Φωτεινές, η Ευδοκία που επιτέλους άρχισε να μου μιλάει στον ενικό -αυτό το δικαίωμα το δίνω μόνη μου στους μικρούς ηλικιακά συναδέλφους- λένε ανέκδοτα και τρελαίνονται στα γέλια. Είναι όμορφα να νιώθεις χαλαρός, ελεύθερος και ξένοιαστος. Και να πάρει η ευχή, σοβαρός δεν είναι όποιος δεν γελάει με κάτι αστείο... αυτός είναι σοβαροφανής.
Κι ο Σανάσης -τον ξέχασα αυτόν όλη μέρα, θυμήθηκα όμως να τον βγάλω φωτογραφία μαζί με το Νίκο την ώρα που μιμούνταν ένα παιδάκι-άγαλμα και φώναζαν δυνατά με το χέρι στο στόμα σα χωνί, “Εφημερίδεςςςςςςςςςςςςςςςςς” - ο Σανάσης μπαϊλντισμένος κοιμάται στην αγκαλιά της ηρωίδας μαμάς Τάνιας...
ΗΜΕΡΑ ΤΕΤΑΡΤΗ
Μέρα τέταρτη και Τετάρτη! Εμείς, εδώ που ζω, Τετάρτη πάμε λαϊκή, αλλά και πως θα συνηγορούσε ο Κέλτης θεός να πάμε λαϊκή και στο Waterford ούτε που θα το έβαζα στο νου μου!!!! Μόνο που δεν ψωνίσαμε λαχανικά και φρούτα, μηδέ ρουχαλάκια και παπουτσάκια. Στην πραγματικότητα τίποτα δεν ψωνίσαμε... κοιτάξαμε τα προϊόντα,ακούσαμε τους πραματευτάδες να διαλαλούν την πραμάτεια τους και φύγαμε για βόλτα στην πόλη...
Και όχι δε λάλησα από το πολύ πράσινο.. όχι δεν ξέχασα γιατί είμαστε εδώ. Αλλά μια εμπορική παρουσίαση βιβλίου και μια εμπορικότερη πτυχίου... πάλι καλά που είμαι ψύχραιμη. Αυτό το καλέ κυρία πάρτε πάρτε μου θύμισε όπως είδατε άλλα μέρη... Λυπάμαι άμα ακούω τέτοια και θέλω να πάω να φάω όλα τα μικρούλικα γλυκούλικα κερασματάκια που συνόδευαν τον καφέ μας κάθε πρωί. Όχι απλά 'γραβατωθήκαμε' το φυλάδιο με τις πληροφορίες στα Ελληνικά, έπρεπε να πιστέψουμε πως η “γραβάτα” θα πάρει και επάρκεια; Ε μου ξέφυγε το “σιγά μην πάρει” αν και ήξερα πως ίσχυε η προειδοποίηση, “αν κάποιος μιλήσει Ελληνικά θα τον καταλάβω”. Μου ξέφυγε ή το άφησα να ξεφύγει για να ακούσω ένα γιατί που δεν ειπώθηκε ποτέ; Άρα, ο καθείς τη δουλειά του κάνει κι όποιος θέλει να ψωνίσει, ας ψωνίσει.
Καλά που πήρε το αυτάκι μου κάτι γλυκούλια σχόλια, θες για τον “στατιστικό”, θες για τον Εγγλέζο, και τα έβαλα μαζί με τη Σπανιόλα που διδάσκει Γαλλικά και μας έκανε την παρουσίαση της στα Αγγλικά -μαλτιλινγκουανισμ με μαλτικαλτουραλισμ αντάμα- και μας έδειξε πώς να βρίσκουμε σελίδες εκπαιδευτικής διασκέδασης στο διαδίκτυο -τσιμπιδάκια, βελονάκια, ναι ναι καλέ μου Ξυλούρη- κι έτσι ισοφαρίσαμε το προμότιον... Τι κάθομαι και βάζω λέξεις κλειδιά στο γκουγκλ? πάνε μια βόλτα μέχρι την Ιρλανδία να μάθεις πού θα βρεις καλά σταυρόλεξα στο ιντερνέτι...
Και μετά περιπατητική ξενάγηση στο κέντρο της πόλης! Κι ο ξεναγός με την ομπρέλα κλασσικά, με το βορειοευρωπαϊκό χιούμορ, κλασσικότερα και με δυο πόδια γαζέλας... κι η γλώσσα μας μια πιθαμή έξω... Κι ο Περικλής που όταν μου είπε: “νομίζω θα πάθω καρδιακό” μ έκοψε τα πόδια, γιατί μετά από τόση τρεχάλα πού να φανταστώ πως έκανε λεκτικό υπερβατισμό για να μου δείξει το μέγεθος της τρομάρας του για κάτι που πήγε καλά τελικά; Αχ Περικλή, θα σε σκότωνα που μ έκοψες τα πόδια, αλλά προς στιγμήν νόμισα πως είχες πάθει έμφραγμα εξ' αιτίας της τρεχάλας. Είσαι και σε ζόρικη ηλικία και δεν θυμάμαι κι αν καπνίζεις ακόμα... Ο ξεναγός τελικά, είμαι απολύτως βέβαιη, πως έτρεχε για να προλάβει την παμπ ανοιχτή, γιατί πριν ακόμα προλάβουμε να πιούμε τη μισή μας Γκίνες με μεζεδάκι εκείνο το κιτ κατ που φύτρωσε μέσα στην τσάντα της Γιώτας και το μικρούλι μπέιμπιμπελ που γέννησε η τσέπη της Κούλας, ο ξεναγός, λέγω, (ως άλλος Παπαδιαμάντης κι εγώ -παρακαλώ κατεβάστε με απ το γάιδαρο), είχε ξεπετάξει το επόμενο γκρουπ ή μπορεί και να περιέλαβε μέσα στην ξενάγηση και την παμπ και κατέπλευσαν όλοι μαζί για μια μπυρίτσα. Εμ άμα δεν κάνει κρύο , έτσι μόνο εξηγείς την κόκκινη μυτίτσα, κύριε ξεναγέ!!!!
Τελευταία ψώνια. Το γουστάρω αυτό το μπαίνω στο Μουσείο-ψωνίζω-δε βλέπω τα εκθέματα-φεύγω, και πίσω στο ξενοδοχείο. Μας καλοέμαθαν με τα βραδυνά γκουρμέ φαγητά τους, τα όμορφα στολισμένα πιάτα τους και τα ευφάνταστα γλυκά τους. Να τα χάσουμε; Δε λέει!!! Κι εκεί που το βράδυ – βράδυ λέμε τώρα! Μέρα μεσημέρι έξω- είμαστε μόνοι μας στο εστιατόριο, νάσου ένα ολόκληρο ΚΑΠΗ!!! Σοβαροί, μαζεμένοι, ίσα που ακούγονται. Θυμηθείτε τα δικά μας περήφανα γηρατειά σε ημερήσια εκδρομή! Καμμία σχέση!!! Μέχρι και τον κλαριντζή κουβαλούν μαζί τους. Κι εμείς τρώμε και γελάμε, κι εκείνοι μας κόβουν υπό γωνίαν. Κι εμείς ξαναγελάμε γιατί να φάμε ήρθαμε σε εστιατόριο. Δεν πήγαμε να κοινωνήσουμε σε εκκλησία. Αλλά άλλο να είσαι Μεσογειακός και θερμόαιμος, κι άλλο βορειοευρωπαίος και όχι Ιρλανδός. Ε, μια κλιματολογική διαφορά την έχει, δεν την έχει; Εκείνοι λένε το Θεό, Γκοντ με ένα βραχύχρονο φωνήεν και μισόκλειστο αναγκαστικά λόγω κλίματος στόμα κι εμείς λέμε Θεός, με δύο -βραχύχρονα μεν, αλλά δύο, φωνήεντα. Καλά που δεν είμαστε και Άραβες να λέμε Αλλάχ με δύο α μακρόχρονα γιατί τότε θα μας είχα σίγουρα πετάξει έξω από το ξενοδοχείο για ηχορύπανση. Κάτι που πολύ θα το ήθελαν στην αρχή, αλλά με την άκρη του ματιού μου έβλεπα την έκφραση της πράσινης ζήλειας στα πρόσωπα τους και μου ερχόταν κάτι βάιμπς του τύπου, ρε γιαατί μπορούν αυτοί και όχι εμείς. Μπορείτε, πώς δεν μπορείτε καλοί μας βορειοευρωπαίοι εταίροι! Μόνο, όμως, μετά που θα πιείτε ένα βαρέλι μπύρα και θα σας έχουμε σηκώσει αν χορέψετε συρτάκι. Θυμάστε τον Άλαν Μπέιτς στο Ζορμπά; Έτσι!!!
Άιντε, αρκετά γελάσαμε. Ώρα για το δωμάτιο μου που είναι σαν το σαλόνι μου σχεδόν, ώρα για το 2Χ3 κρεββάτι μου,για να ονειρευτώ κάστρα μεσαιωνικά και δρόμους με πολύχρωμα σπίτια και κρεμαστές γλάστρες, ακριβώς όπως θα τις δούμε αύριο στο Κιλκέννυ...
Η απάντηση μου στο αποψινό “Πη παρεύειν, τι δ' έρρεξα, τι δε μοι δέον ουκ ετελέσθη” της αυτοκριτικής μου: Λυπάμαι όταν αναγκάζομαι να πω τα άσχημα, αλλά θα λυπόμουν πιο πολύ αν είχα χρυσώσει το χάπι...
ΗΜΕΡΑ ΠΕΜΠΤΗ - ΚΙΛΚΕΝΝΥ
...Aυτός ο τίτλος μου θυμίζει λίγο τη Γέννεση, το βιβλίο της Παλαιάς Διαθήκης, εκεί στη Δημιουργία του κόσμου.... “Και εγένετο ημέρα και εγένετο νυξ, ημέρα πέμπτη..” και είπεν η Helena: “Μετά το μεσημεριανό φαγητό πάμε στο Κιλκέννυ”. Και σχολίασε ο Αλέκος: “Κιλκέννυ... Κιλκίς... κι εδώ οι Έλληνες έβαλαν το χέρι τους”, ή κάτι τέτοιο. Αλέκο!!!! το τηλε-Άστυ κλείστο γρήγορα... σου καίει το μυαλό!!!
Πρωινή διάλεξη από τη Φιονούλα... πρωινή απορία δική μου, “μα καλά πόσα προγράμματα της Ε.Ε. δουλεύουν μαζί, μαζί; Κι εμείς εδώ τι κάνουμε; “Περικλή!!!! Βάλε μας σε πρόγραμμα αμέσως!!! έχω να γυρίσω πίσω τα χαιρετίσματα στον Πωλ.. από τη Φιονούλα... χάθηκαν κι αυτοί μέσα στον ορυμαγδό των προγραμμάτων. Όπου ο Πωλ είναι Βέλγος που έχει δουλέψει με τη Φιονούλα, εγώ Ελληνίδα που έχω δουλέψει με τον Πωλ, ο Πωλ στέλνει μέσω εμού χαιρετίσματα στη Φιονούλα, η Φιονούλα μου λέει να του τα ανταποδώσω... μου θυμίζει εκείνο το μπουκάλι με τα πιπεράκια τουρσί πριν μερικά χρόνια. Το έδωσα στην Ιλεάνα, μια συνεργάτι της Ε.Ε. Ρουμάνα πού ήταν εδώ, το πήγε στο Βουκουρέστι απ' όπου το πήρε η Μαρλήν, μια Βελγίδα συνεργάτις για να το δώσει στον Πωλ όταν θα πήγαινε στο Βέλγιο. Ζαλίστηκα... Περικλή βάλε μας όλους σ ένα πρόγραμμα να μη δίνω χαιρετίσματα σε κανέναν.... Όσο για τα πιπεράκια, έμαθα τον Πωλ πώς να τα φτιάχνει μόνος του. Γιατί ή είμαστε πολυπολιτισμικοί ή δεν είμαστε!
Και μετά, τη/κόφι, και μετά τάκα τάκα ξεπετάμε δυο παρουσιάσεις και τρέχουμε για λαντς... -μετά από τόσες μέρες στο Έιρε, ξέχασα πώς λέμε τα γεύματα στο Ελλάντα...
Κι αμέσως μετά στο λεωφορείο, αλλά ο οδηγός του αρνείται να ξεκινήσει αν δε δέσουμε όλοι μας τις ζώνες. Ελλάντα είπατε; Άντε καλέ!!! Μια ωρίτσα δρόμος και ένα κάστρο στο τέλος της διαδρομής... με τεράάάάστιο κήπο.... το γκαζόν χάνεται στη γραμμή του ορίζοντα, κοντοκουρεμένο και πεντακάθαρο. Ο ήλιος από πάνω του αστραφτερός και οι Ιρλανδοί επάνω του σε οποιαδήποτε στάση. Ανάσκελα, μπρούμυτα, οκλαδόν, γονατιστοί... κι άλλοι με τα σκυλάκια τους να τα περιφέρουν ως υπερήφανοι γονείς, και στο βάθος ένα καφέ με τα γνωστά διαχωριστικά -ως εδώ ξαπλώνεις κι από δω και πέρα κάθεσαι και ακριβοπληρώνεις. Από μακρυά σε συνδυασμό με το κάστρο φαίνεται τόσο κλάσσυ -νάτη πάλι η έλλειψη της πατρίδας- που λες σε λίγο θα δω μπροστά μου εκείνη τη σκηνή από το “Ωραία μου Κυρία” που είναι στις ιπποδρομίες του Άσκοτ, με τις κυρίες με τα κρινολίνα και τα τεράστια καπέλα... Αντί γιαυτό βλέπω τη Φωτεινή να τρώει με πολύ μεράκι ένα παγωτό χωνάκι και δεν αντέχω στον πειρασμό. Σηκώνω τη μηχανή και κλικ, η Φωτεινή πέρασε στην ιστορία του κάστρου του Κιλκέννυ, γλείφοντας ένα παγωτό μηχανής! Και κατόπιν πέρασε και το γκαζόν του κάστρου στην ιστορία της φωτογραφικής μου μηχανής αφού του έκαναν την τιμή να καθίσουν επάνω του οι δύο Φωτεινές, η Δέσποινα και η Μαρία.
Το κάστρο και το παγωτό ήταν το τέλος της περιοδείας μας στο Κιλκέννυ. Την αρχή την άφησα για το τέλος αυτού του επεισοδίου. Κατά την άποψη μου, ήταν η καλύτερη διαδρομή αυτών των ημερών, αν εξαιρέσω τη μαγευτική εξοχή που θα σας περιγράψω αύριο. Το Κιλκέννυ μας μετέφερε στο Μεσαίωνα. Ή μάλλον ο ξεναγός μας ήταν η αιτία που ξεχάσαμε την κίνηση στους δρόμους, τα φανάρια της κυκλοφορίας και τον κόσμο με τα σύγχρονα ρούχα. Τα ξεχάσαμε όλα, εκτός από τον παππού, που μάλλον είχε πιει ένα βαρέλι μπύρα και αφού στάθηκε και με κοίταξε πόσην ώρα -έχω πέραση στους μεθυσμένους παππούδες φαίνεται, μου συνέβη και στην Κρήτη όπου ο Κρητίκαρος με την παραδοσιακή στολή, τις μπότες και τα δάκρυα στο μέτωπο δεν μ' άφηνε να φύγω γιατί είχε βρει, λέει τη γυναίκα της ζωής του- ο Ιρλανδός παππούς, λοιπόν, με κοίταξε καλά καλά και ξεκινώντας να φύγει ξαπλώθηκε φαρδύς πλατύς στο πεζοδρόμιο. Από την ομορφιά μου αποκλείεται... Ήταν ο μόνος που αντελήφθηκα να ανήκει στο 2010 μ. Χ. Φανταστείτε μια πόλη με κτίσματα όπως ήταν πριν από 400 με 500 χρόνια! Περιποιημένα, καλοδιατηρημένα, και με την Ιστορία να τα συντροφεύει. Η πόλη τότε χωρισμένη στα δυο. Μισή διοικείται από τους Ιρλανδούς και μισή από τους Άγγλους. Κι ο Μπέρναρντ Μπίαν να γράφει, κι ο Θεοδωράκης να μελοποιεί,κι η Φαραντούρη να τραγουδά: “Είμαι Άγγλος νιος και τυχερός, θέλω το βασιλιά....” Κι από την άλλη μεριά η Άλις... με τέσσερις άντρες όλοι τραπεζίτες, να τους ξεκάνει έναν έναν... Να φταίει που ο μπαμπάς της ήταν τοκογλύφος; Να φταίει η γάτα της που ήταν μαύρη; Πάντως μάγισσα, ξεμάγισσα σαν που καταδικάστηκε να καεί στην πυρά, εκείνη ξέφυγε και κάηκε η υπηρέτρια της. Και να στα λέει όλα αυτά ο ξεναγός μπροστά στο σπίτι της... -καλά με τόσα λεφτά κι αυτή έχτισε τα παράθυρα για να μην πληρώνει φόρο;- κι εσύ να λες, “απέναντι είναι το μαγαζί μου -Maria's cakes- εγώ χαμπάρι γιατί δεν πήρα;
Κι από κει στο Δημαρχείο... εδώ οι δημοτικοί σύμβουλοι αποκαλούνται πολιτικοί και εκλέγουν το Δήμαρχο. Εύστοχη ονομασία και σωστή απόφαση... ο λαός στην απ' έξω. Καλύτερα για να μην έχει και ανάμιξη στις αποφάσεις. Λες και στις μπανανίες που γίνεται αλλιώς έχει... τέλος πάντων... Α ναι και ο άντρας που του έχουν τρίψει περισσότερο τη μούρη; Ποιος είναι; Προτομή του Αγίου Κέννυ και όποιος περνάει του τρίβει το πρόσωπο για ευλογία. Εμείς αλλιώς την έχουμε την τριψομουρίαση, Ετούτοι εδώ μπέρδεψαν τους πολιτικούς με τους αγίους και τρίβουν άλλες αντί άλλων μούρες....
Και κερασάκι στην τούρτα η εύστοχη παρατήρηση της Κέλλυς: “Κιλ Κέννυ είναι η εκκλησία του Κέννυ, άρα Κιλ κις είναι η εκκλησία του φιλιού”!!!!! Καλά που δε ζει ο πρώην δεσπότης σας, Κελλάκι, να σε αφορίσει!
Αφήνουμε τη Μεσαιωνική πόλη του Αγίου Κέννυ γιατί απόψε έχουμε βραδινή έξοδο!!! Ξέρετε αυτά τα σόου στα ξενοδοχεία; Τέτοιο. “Η ιστορία ενός μετανάστη”. Αγιάτρευτος καημός η φτώχεια και σαν απόρροια η μετανάστευση και για τον Ιρλανδικό λαό του 19ου και του 20ου αιώνα. Το μεγαλύτερο ποσοστό πνιγέντων στον Τιτανικό ήταν Ιρλανδοί. Εξ' ου και οι χοροί πάνω στο πλοίο στο κατάστρωμα της τρίτης θέσης. Κι εσείς νομίσατε πως είδατε χαρούμενα Εγγλεζάκια; Καλά έχει τέτοια; Πάμε λοιπόν στο Ντούλεϊς Χοτέλ. Φαγητό με κρυστάλλινα ποτήρια, πετσέτες διπλωμένες σε σχήμα βάρκας -απέναντι στο φιόρδ είμαστε- πορσελάνες και κρυστάλλινους πολυελαίους. Σερβίρισμα από αριστερά, πετσέτα στο βραχίονα και επιδόρπιο κρέπες με παγωτό και ένα φυλλαράκι δυόσμο... Ω ρε μάγκα μου, πώς σε κάνει η μαμά Ε.Ε. άρχοντα!!! Και μετά η παράσταση -άκουσον άκουσον μας περιμένανε να φάμε για να αρχίσουν και οι υπόλοιποι θεατές δεν είπαν λέξη... καταντράπηκα όταν το άκουσα. Αν συνέβαινε εδώ θα είχε γίνει θρήνος, κλαυθμός και οδυρμός.... Κομπανία Ιρλανδών με τα μουσικά τους όργανα, τα βιολιά τους, τα μπάντσο τους και τα νταούλια τους, μουσική, χορός και αφήγηση ενδιάμεσα. Η ζωή τους, τα ζόρια τους, το χιούμορ τους, όλα μαζί ανάκατα και όμορφα βαλμένα κι ανάμεσα οι τρεις κοπελιές να χορεύουν στο ρυθμό από τα πεταλάκια στα παπούτσια τους και τα χέρια τους κολλημένα στο σώμα τους -ήταν ανόσιο για την καθολική εκκλησία του Μεσαίωνα να είναι ξεκολλημένα τα χέρια από το σώμα στο χορό, το θεωρούσε πρόστυχο, άντε μη θυμηθώ τις μάγισσες στην πυρά πάλι και την ιερά εξέταση- και ο 15χρονος νεαρός χορευτής, παίκτης του μπάντσο, να τις συνοδεύει με πολύ ταλέντο. Εξαϋλώθηκαν κάποια στιγμή από το χορό στις φωτογραφίες μου, έγιναν ξωτικά, ίδια μ' αυτά που ζουν στα δάση τους, ίδια μ' αυτά που φυλάνε το τσουκάλι με το χρυσάφι στην άκρη του ουράνιου τόξου. Μαγευτική η βραδιά και η εικόνα που έχει κολλήσει στο μυαλό μου από ολόκληρη τη βραδιά αυτήα είναι το χέρι του παππού που καθόταν δίπλα μου στο αναπηρικό του καροτσάκι. Κρατούσε το ρυθμό στο χερούλι της καρέκλας του κι ήταν τόσο χαρούμενος που το χέρι του δεν φαινόταν από την έντονη κίνηση. Γιατί ακόμα κι όταν τα πόδια δεν κρατούν, η ψυχή θα βρει τρόπο για να εκφραστεί... γιατί η ψυχή δεν έχει ηλικία, γιατί μπροστά στην ευχαρίστηση της ψυχής είμαστε όλοι παιδιά... Νομίζω πως το δάκρυ που κύλισε στο μάγουλο μου θα δροσίζει την ψυχή μου για πάντα... Σ΄ ευχαριστώ άγνωστε παππού...
ΗΜΕΡΑ ΕΚΤΗ – Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ
Και είπεν η Ομοσπονδία Palso: “Συναχθήτωσαν οι αντιπρόσωποι των τοπικών συλλόγων εις τας Αθήνας, ότι ήγγικεν η ώρα των αρχιεραισιών... Και ανακοίνωσεν η Πρόεδρος του τοπικού Συλλόγου: “Μαρία, άρον την βαλίτσαν σου και αποχωρούμεν μίαν ημέραν ενωρίτερα. Πάμε Αθήνα να ψηφίσουμε”. Και ανεφώνησεν η Μαρία: “Φτ... και τα υπόλοιπα τα κατάπιε αντί να τα φτύσει...”
Παρασκευή, 6 το πρωί στη ρεσεψιόν. Check out και το ταξί μας περιμένει. Στη στάση του λεωφορείου της γραμμής είναι μια κυρία ακόμα. Τη ρωτάω αν είναι αυτή που ρωτούσε για το δρομολόγιο Waterford- Dublin στο facebook. Ναι, ναι, είναι μικρός ο κόσμος τελικά. Μια χούφτα. Και ο καιρός κρύος πρωί πρωί και το λεωφορείο με μια γλυκιά θαλπωρή μας ξεκινάει για το Δουβλίνο... Τέσσερις ώρες με στάσεις και επιβάτες να ανεβαίνουν και να κατεβαίνουν... Ο δρόμος μέσα από δεντροστοιχίες που τα κλαδιά τους πλέκονται πάνω από το δρόμο και μεριές μεριές ειναι τόσο πυκνά που σκοτεινιάζει και κοιτάς έντονα ανάμεσα στα δέντρα, πίσω από τους πετρόκτιστους φράχτες... Αυτή η αχλύ κρύβει νεράιδες και ξωτικά μέρα μεσημέρι... αυτή η θολούρα δημιουργεί τρελή παράθλαση στα εγκεφαλικά μου κύτταρα... Θέλω να δω ένα ξωτικούλι τόσο δα... θέλω να ακούσω το γέλιο μιας νεράιδας... είναι απίστευτο πόσο εύκολα μπορείς να περάσεις από την πραγματικότητα στο μύθο μέσα σ' αυτό το καταπράσινο, θολό μα καθόλου σκοτεινό ή τρομακτικό περιβάλλον... Και μια στροφή πιο κάτω, στάση στην είσοδο του αγροκτήματος... δεν βλέπουμε σπίτι ή αυλή... πέτρινες εισόδους συνήθως χωρίς καγκελόπορτα έχει και στενά δρομάκια που ποιος ξέρει πόσο μακρυά είναι, αλλά είναι φανερό πως οδηγούν στις αγροικίες που βλέπουμε πού και πού στο βάθος των χωραφιών... τριακόσια με πεντακόσια μέτρα μέσα... Στενά δρομάκια διαγραμμένα από την ίδια θολούρα του δρόμου... γλυκιά θολούρα, γεμάτη σκιές που ίσως και να μας παρακολουθούν πρωί πρωί. Κι ο αγρότης που έφερε τη γυναίκα του για να πάρει το λεωφορείο για την πόλη... η μαμά που έφερε τα παιδιά της για να τα πάρει το σχολικό....
Τέσσερις ώρες διαδρομής με διάσπαρτα αρχοντικά -έτσι φαντάζουν από μακριά, τεράστιες αγροτικές κατοικίες και παραδίπλα οι στάβλοι και αμέσως μετά τα βοσκοτόπια... Χωρισμένα μεταξύ τους με δέντρα για σύνορα ή ψηλούς θάμνους. Όπως εδώ παλιά... Και χωριά... όμορφα νοικοκυρεμένα χωριουδάκια, πεντακάθαρα, με παλιά παραδοσιακά σπίτια, καλοσυντηρημένα και βαμμένα με σκούρα χρώματα για να κρατούν τη ζέστη του ήλιου. Γκρίζα ή ακόμα και μαύρα σπιτάκια με έντονες χρωματιστές λεπτομέρειες που τα κάνουν χαρούμενα και γεμάτα ζωή. Κρεμαστές ψάθινες γλάστρες με πολύχρωμα λουλούδια, υδρορροές βαμμένες κόκκινες, μωβ, λιλά και ό,τι άλλο χρώμα επιτρέπει η φαντασία του καλλιτέχνη ή της νοικοκυράς. Ένα σκουπίδι πεταμένο πουθενά... δεν είδα ούτε καν σκουπιδοτενεκέ... μάλλον καμουφλαρισμένους θα τους έχουν...
Η Κούλα δίπλα μου απολαμβάνει όσο μπορεί το τοπίο από την εσωτερική θέση.... Γνωρίζοντας την τρέλα μου με τη φωτογραφία, πολύ ευγενικά όλες αυτές τις μέρες μου έδωσε τη δυνατότητα να κάθομαι στο παράθυρο, είτε σε λεωφορείο, είτε σε αεροπλάνο. Την ευχαριστώ πολύ... Δεν έχει γκρινιάξει, δεν έχει πει κουβέντα, η Πρόεδρος, και θα της το χρωστάω...
Φτάνουμε Δουβλίνο. Η πόλη των λογοτεχνών και των μεγάλων ονομάτων...Τζόναθαν Σουίφτ, Όσκαρ Γουάιλντ, Τζέιμς Τζόυς, Τζωρτζ Μπέρναρ Σω, Σάμιουελ Μπέκετ, Ρούντι Ντόιλ... Στην προηγούμενη επίσκεψη μου στην όμορφη αυτή πόλη έμενα σ' ένα Ξενοδοχείο που ήταν παλιότερα το σπίτι του Μπέρναρ Σω. Οι πίνακες του, τα έπιπλα του,σε χώρους για να τα δεις και να τα θαυμάσεις. Ξενοδοχείο-Μουσείο. Να έχεις την αίσθηση πως ζεις μέσα στην τέχνη κι όχι πως την επισκέπτεσαι...
Ώρα αιχμής, οι δρόμοι γεμάτοι αυτοκίνητα. Ο δρόμος για το αεροδρόμιο είναι παράλληλος με το ποτάμι, τον Λίφεϋ. Κάπου εδώ πρέπει να είναι το κέντρο, γιατί κατεβαίνουν σχεδόν όλοι. Ακόμα κι ο κυριούλης -έτσι λέει η Γιώτα τους παππούδες- με τα κάτασπρα μαλλιά μέχρι τη μέση και την εξ' ίσου κάτασπρη γενειάδα μέχρι την κοιλιά. Απόμαχος στιλιστικά από την εποχή των Χίπις, πεντακάθαρος και γυαλιστερός όμως. Μένουμε μόνο όσοι είμαστε για μια από τις επόμενες πτήσεις. Και μετά το Δουβλίνο με τα σκουρόχρωμα μεν, αλλά χωρίς να είναι καταθλιπτικά οικοδομήματα του, με το ποτάμι του, και τις όμορφες γέφυρες του, ανάκατες μοντέρνες και παραδοσιακές, μετά από όλες αυτές τις πρωινές εικόνες της πρωτεύουσας της Ιρλανδίας, με το μισό περίπου εκατομμύριο κατοίκους, πιάνουμε λιμάνι. Πλοία διαφόρων ειδών και μεγεθών, χρωμάτων, εθνικοτήτων και χρήσεων. Εμπορικότατο το λιμάνι του Δουβλίνου. Μια πόλη ηλικίας χιλίων και ετών με ένα λιμάνι που τη συναγωνίζεται στην ηλικία και τη ζωντάνια... Από δω ξεκινάνε ψαράδικα και εμπορικά πλοία για τα λιμάνια της Ευρώπης και της Αμερικής, για το ψάρεμα του μπακαλιάρου και της μουρούνας στις ακτές της Ισλανδίας και της Γροιλανδίας... Φουρτούνες και παγόβουνα για ένα πιάτο φαγητό, για μια μερίδα fish and chips.
Και τελικά το αεροδρόμιο...Ο ήλιος πια στο φόρτε του και η κίνηση ατελείωτη και βιαστική, όπως σε όλα τα αεροδρόμια του κόσμου... Κόσμος πάει κι έρχεται, αεροπλάνα προσγειώνονται και απογειώνονται, επιβάτες περιμένουν την αναχώρηση της πτήσης τους, συγγενείς και φίλοι την άφιξη μιας άλλης πτήσης με τους αγαπημένους τους... Ατελείωτος κόσμος... κι εμείς μια τοσοδούλικη μεριδούλα μέσα σε όλους αυτούς... φεύγουμε πια... τελείωσε η Ιρλανδία κι αυτή τη φορά... κι ήταν όμορφη, πολύ όμορφη και μυστηριακή... γεμάτη συγκινήσεις, γνώσεις, εικόνες, χρωματιστές αναμνήσεις και συντροφιά με ανθρώπους που μαζί τραβάμε το κουπί της επιβίωσης στον ίδιο επαγγελματικό χώρο...
Ευχαριστώ πολύ την Κούλα, την Κέλλυ, τη Μαρία, τη Φωτεινή, την Ευδοκία, τη Βέτα, την Όλγα και την άλλη Όλγα, τη Γεωργία,τη Χριστίνα, τον Άλεξ, το Στέλιο, τη Νέλλυ, τη Νίτσα, τη Δέσποινα, τη Φωτεινή, τη Γιώτα, την άλλη Μαρία και την άλλη Μαρία, κι ακόμα τον Περικλή και τον Πάνο, την Τάνια και τον μικρό ηρωικό Νίκο, τον αεικίνητο Σανάση και όλους τους συνοδούς της παρέας και όποιον έχω ξεχάσει, για τις όμορφες μέρες που περάσαμε, για τις μπύρες που ήπιαμε -Χρήστο σου χρωστάω κέρασμα-, για το περπάτημα που κάναμε, μα πιο πολύ ευχαριστώ που είμασταν μια όμορφη και πάνω απ' όλα ήρεμη παρέα...
Ένα καινούριο πρόγραμμα χρειάζεται για να το ξανακάνουμε....