ΚΑΛΩΣ ΗΡΘΑΤΕ

Καλωσορίσατε στο ιστολόγιο μου. Εδώ θα βρείτε σκέψεις μου και φωτογραφίες μου. Τίς δυο αγαπημένες μου ασχολίες.

Ενημερώνω πως οτιδήποτε είναι αναρτημένο στο ιστολόγιο μου, φωτογραφία μου ή κείμενο μου, έχει κατωχυρωθεί για πνευματικά δικαιώματα και επομένως ΑΠΑΓΟΡΕΥΕΤΑΙ να χρησιμοποιηθεί χωρίς την έγγραφη άδεια μου. Ευχαριστώ.
To your information: Anything uploaded in this blog has been through copyright procedure, thus any attempt of copying part or a whole is due to prosecution.

Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Σάββατο 17 Σεπτεμβρίου 2011

Η ΜΑΓΕΙΑ ΤΩΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ


Από τα παιδικά μου χρόνια δεν θυμάμαι χειμώνα χωρίς χιόνι στο ορεινό χωριό που γεννήθηκα, τη Στρατονίκη της Χαλκιδικής. Κάτασπρο το χωριό, σκέτη ζωγραφιά τα σπίτια με τις κεραμοσκεπές και τα στενά δρομάκια πεντακάθαρα όσο κρατούσε η άσπρη "άσφαλτος". Το πατημένο χιόνι σκέπαζε κάθε ατέλεια των χωματόδρομων. Ο πάγος γυάλιζε μέσα στη νύχτα και οδηγούσε τα βήματα των νοικοκυραίων στα σπίτια τους αν τύχαινε να έμεναν αργά στο καφενείο ή όταν επέστρεφαν απ’ το «μεταλλείο», η δεύτερη βάρδια. Έσβηναν τότε τις λάμπες της ασετιλίνης που κουβαλούσαν κι ακολουθούσαν το φιδωτό δρομάκι για την πόρτα τους να μπουν μέσα και να ξεκουραστούν από τον κάματο της μέρας και τη βαριά και ανθυγιεινή δουλειά στα σπλάχνα της γης.
Θυμάμαι την αδερφή μου την Ειρήνη που όσο κρατούσαν τα χιόνια έπαιζε έξω με τις φίλες της και δεν έμπαινε στο σπίτι πριν φτιάξει χιονάνθρωπο στην αυλή. Μέχρι και το άγαλμα του συντοπίτη μας Φιλόσοφου Αριστοτέλη είχε φτιάξει μια χρονιά και του είχε βάλει και κασκόλ από χιόνι σκαλισμένο με καρό σχέδια, για να μην κρυώνει. Χέρια, μύτες κατακόκκινα από το κρύο, ξαναμμένες φατσούλες και οι χιονόμπαλες να φεύγουν βροχή στις πλάτες και καμιά ξώφαλτση στα μούτρα.
Θυμάμαι τον πατέρα μου που τις νύχτες έβαζε ένα φτυάρι μέσα από την εξώπορτα για να μπορέσει το πρωί να ανοίξει δρόμο να βγούμε από το σπίτι... Τον θυμάμαι να με κουβαλάει στους ώμους του μέχρι το σχολείο -εμένα το μικρότερο απ' τα παιδιά του- για να μη γλιστρήσω και πέσω... και να μου λέει τραγουδάκια για το χιόνι κάνοντας αστειάκια πως τάχαμ δήθεν θα με ρίξει. Κι εγώ κοιτούσα από ψηλά «κι ήταν ο κόσμος ζωγραφιά» λευκή και απαστράπτουσα, ονειρική όπως μόνο τα παιδικά μάτια μπορούν να τη δουν.
Θυμάμαι τα τεράστια ταψιά με τους μπακλαβάδες και τους κουραμπιέδες που έφτιαχνε η μάνα μου και μετά τα σκέπαζε και τα έκρυβε κάτω από το σιδερένιο σκαλιστό κρεβάτι με τα αγγελούδια στο κεφαλάρι, για να μη τα φάμε πριν έρθουν τα Χριστούγεννα. Η νηστεία ήταν νόμος στην οικογένεια από την πλευρά της κι όσο κι αν έλεγε χαμογελώντας ο πατέρας μας "Νηστεύει ο δούλος του Θεού όταν δεν έχει να φάει", η μάνα δεν καταλάβαινε Χριστό και όλοι μας αναγκαστικά υπακούαμε στις εντολές της.
Εκείνο όμως που έχει μείνει ολοζώντανο στη μνήμη μου μετά από τόσα πολλά χρόνια είναι η ατμόσφαιρα μέσα στην εκκλησία του Άι-Νικόλα στη λειτουργία των Χριστουγέννων. Η καμπάνα χτυπούσε κατά τις πέντε το πρωί και μέσα στη νύχτα ο πρώτος ήχος στο σπίτι ήταν το κουταλάκι μέσα στο φλιτζάνι. Η μάνα μου έφτιαχνε χτυπητό κρόκο αυγού με ζάχαρη για τον πατέρα μου, πρόσθετε ζεστό χαμομήλι και του το έδινε να το πιει για να "ανοίξει" η φωνή του πριν φύγει για την εκκλησία. Έφευγε ο κυρ-Παντελής με τα βιβλία της ψαλτικής παραμάσκαλα -τα περισσότερα δικά του χειρόγραφα έργα- κι αμέσως μετά η κυρά Βαγγελίτσα ετοίμαζε εμάς τα παιδιά της για να ακολουθήσουμε. Οι οδηγίες έπεφταν βροχή την ώρα της προετοιμασίας."Θα είστε φρόνιμα.", "Δεν θα φύγετε από κοντά μου εσείς τα κορίτσια". "Ο Μιχάλης θα πάει μέσα στο ιερό να ντυθεί εξαπτέρυγο" και άλλες πολλές νουθεσίες που συνεχίζονταν μέχρι να φτάσουμε στην πόρτα του Άι-Νικόλα.
Μπαίνοντας μέσα, μαζί με το "Η Παρθένος σήμερον τον Υπερούσιον τίκτει....", μας υποδέχονταν και η ζεστασιά του χώρου και φυσικά το τεράστιο Χριστουγεννιάτικο δέντρο που ήταν στημένο και στολισμένο μέσα στην εκκλησία, εκεί αριστερά, ανάμεσα στο τέμπλο και τα στασίδια των γυναικών, στο μεσαίο κλίτος. Ένα δέντρο που έφτανε σχεδόν μέχρι το ταβάνι του ναού, δώρο των υλοτόμων του χωριού προς την ενορία τους. Ορεινό το χωριό και πολλοί κάτοικοι κέρδιζαν τα προς το ζην κόβοντας δέντρα από τα γύρω δάση για να τα πουλήσουν για καυσόξυλα. Κάτω από το δέντρο βρίσκονταν σωρός τα δώρα που έφερναν οι πιστοί μαζί τους εκείνη τη μέρα και τα απόθεταν εκεί "για το Χριστό". Στην ουσία ήταν τρόφιμα που μετά το πέρας της λειτουργίας μοιράζονταν στους συντοπίτες που τα οικονομικά τους ήταν περιορισμένα, για να μπορέσουν κι εκείνοι να κάνουν Χριστούγεννα όπως όλοι. Πακέτα με γλυκά και κρεατικά, που ο καθένας έφερνε και ακουμπούσε ευλαβικά στο πάτωμα κάτω από το δέντρο του Χριστού.
Κι εμείς παιδάκια μια σταλιά, που οι ψαλμωδίες ακούγονταν στ' αυτιά μας σαν κινέζικα, αλλά τα μηνύματα τους όπως διαπιστώνουμε μεγαλώνοντας, καρφώνονταν μέσα στο κεφάλι μας και οριοθετούσαν τον τρόπο ζωής μας, χαζεύαμε γύρω-γύρω, κοιτούσαμε τον κάθε ένα που έφερνε πακέτο, τι χρώμα είχε το χαρτί που ήταν τυλιγμένο και με τι κορδέλα το είχε δέσει και χαιρόμασταν που ο Χριστός εκείνη τη μέρα θα είχε πολλά να φάει και να χαρεί τη γέννηση του. Αντιγράφαμε τους μεγάλους που σηκώνονταν και κάθονταν όποτε τα λόγια του παπά το επέβαλαν και σταυροκοπιόμασταν όποτε σταυροκοπιόνταν κι εκείνοι. Κι ούτε λόγος να τολμήσουμε να φύγουμε από το φουστάνι της μάνας μας τα κορίτσια. Ήταν διαταγή και τις διαταγές της κυρά Βαγγελίτσας δεν τολμούσε καμιά μας να τις παρακούσει. Μόνο η μεγάλη μας -η Καίτη- όταν είχε ξετσουμίσει πια και ήταν κοπελίτσα, πήγαινε και στεκόταν πιο μπροστά. Εμείς μέναμε πίσω, εκεί στην μισοσκότεινη γωνιά που η μάνα μπορούσε πιο εύκολα να αφοσιωθεί στην προσευχή.
Κάποια στιγμή προς το τέλος της λειτουργίας θυμάμαι που το φως της μέρας άρχιζε σιγά-σιγά να μπαίνει από τα παράθυρα του ναού. Σιγά-σιγά το φως των κεριών στους πολυέλαιους -δεν είχε ηλεκτρικό το χωριό- γίνονταν όλο και πιο άτονο και ο ήλιος με τις ακτίνες του περνούσε ξυστά από το πλάι του Αργυρόλοφου -του βουνού που δέσποζε στο χωριό- και τρύπωνε από τα τζάμια στη δεξιά πλευρά του Αι-Νικόλα. Οι πρώτες ακτίνες του έπεφταν ακριβώς πάνω στο Χριστουγεννιάτικο δέντρο, χώνονταν ανάμεσα στα κλαδιά του και κατέληγαν πάνω στα χρωματιστά πακέτα με τις γυαλιστερές κορδέλες. Ο υπόλοιπος χώρος μισοφωτισμένος ακόμα και εκεί απ΄ το παράθυρο μέχρι το δέντρο μια λωρίδα φως ένωνε τον ουρανό με τη γη, έδινε το σήμα στον ουρανό, στο Θεό, πως τα δώρα του Χριστού σ΄αυτό το μικρό μα τόσο σημαντικό για τους ανθρώπους του χωριό, ήταν εδώ και περίμεναν να μοιραστούν. Κι εκεί επάνω στη φωτεινή αυτή λωρίδα, εμείς μικρά αθώα παιδιά τότε, βλέπαμε αγγέλους να ανεβοκατεβαίνουν και να ψέλνουν μαζί με τη χορωδία το "Δόξα εν Υψιστοίς Θεώ και επί Γης Ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία". Από την πρώτη ακτίνα φωτός που εισέβαλλε μέσα στο ναό μέχρι να πει ο παπα-Κάργας το «Δι’ ευχών», μέναμε μαγεμένοι από τα μικρά φτερωτά όντα που σαν να χόρευαν στο ρυθμό της Βυζαντινής ψαλμωδίας έφερναν το μήνυμα της Γέννησης του Θεανθρώπου στις ψυχές των πιστών.
«Κοίτα εκείνο εκεί ψηλά τι όμορφα φτερά έχει», άκουγα την αδερφή μου να ψιθυρίζει στο αυτί μου και άνοιγα διάπλατα τα μάτια μου να δω το καθ’ υποβολήν αγγελούδι της φαντασίας της.
«Να, να ακόμα ένα, δες, κοιτάει το δώρο με το πράσινο χαρτί», της απαντούσα, σίγουρη πως το βλέπει κι εκείνη.
Μέχρι που το σσσσσστττττ…. της μάνας μας, μας επανέφερε στην τάξη.
Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβουμε πως η μαγεία της μέρας εκείνης δεν ήταν παρά η σκόνη στον αέρα που σχημάτιζε μικρές χρωματιστές κουκίδες, χρωματισμένες από τα πολύχρωμα τζάμια των παραθυριών... Πέρασαν πολλά χρόνια για να καταλάβουμε το αυτονόητο... Πως η μαγεία βρίσκεται μέσα μας και μέσα μας είναι και ο ερχομός του Χριστού κάθε χρόνο και η προσφορά μας στο συνάνθρωπο κάθε φορά που αποφασίζουμε να βοηθήσουμε.
Όμως στη μνήμη μου ακόμα έρχεται αυτή η εικόνα. Το κάτασπρο σα ζωγραφιά χωριό μου, η ζεστασιά της εκκλησίας τη μέρα των Χριστουγέννων, τα ακούσματα από το αηδόνι τον κυρ-Παντελή, ο Μιχάλης μας ντυμένος εξαπτέρυγο, το δέντρο με τα δώρα του Χριστού από κάτω και τα αγγελούδια να ανεβοκατεβαίνουν πάνω στη χρωματιστή στήλη από φως και να ψέλνουν.
Τα παιδικά μας χρόνια πέρασαν, η μάνα μας, εμάς τα κορίτσια της ακόμα μας νουθετεί και κουνά όπως και τότε χαρακτηριστικά το δάχτυλο της παρά τα ενενήντα και χρόνια της και ο Μιχάλης είμαι σίγουρη πως είναι ακόμα ντυμένος εξαπτέρυγο, ψέλνει στο στασίδι δίπλα στον πατέρα εκεί ψηλά που βρίσκονται κι οι δυο, κοντά είκοσι χρόνια ο ένας και κοντά ένα χρόνο ο άλλος.
Και η μαγεία της ημέρας εκείνης δεν πρόκειται ποτέ να φύγει από τα μάτια μου και την καρδιά μου... Γιατί τη γέννηση του Χριστού πρέπει να τη ζούμε μέσα στην ψυχή μας και πρέπει να την ορίζει η ψυχή μας με άυλες αξίες κι όχι με υλικά αγαθά. Τότε μόνο ομορφαίνουμε κι είμαστε πλούσιοι κι εμείς κι οι γύρω μας...

Δεν υπάρχουν σχόλια: